"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



Από τον Σεπτέμβριο 2014 ο συντάκτης μετοικεί στο Hull της Μ.Βρετανίας ως διδακτορικός ερευνητής του University of Hull-School of Law & Politics.
Το παρόν blog δεν θα ανανεώνεται αλλά παραμένει ενεργό για χάρη των φίλων σπουδαστών του ΕΑΠ που μπορεί να βοηθηθούν από τις δημοσιευμένες εργασίες και τις βιβλιογραφικές πηγές στην εκπόνηση των δικών τους εργασιών.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΕΠΟ33 (Δημιουργία και Εξέλιξη Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) - 1/2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ
 «Πώς η θεσμική εξέλιξη της ΕΕ μπορεί να ερμηνευθεί από τις τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                                                 
◦ Οι βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
            ◦ Η θεωρία της Ομοσπονδοποίησης-Φεντεραλισμός
            ◦ Η θεωρία των Διακυβερνητικών Σχέσεων
            ◦ Η θεωρία του Λειτουργισμού-Νεολειτουργισμού                              
◦ Πως εκφράστηκε ιστορικά ο ανταγωνισμός των υποστηρικτών των
   διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων
            ◦ Παραδείγματα από τη δεκαετία του ‘50          
            ◦ Παραδείγματα από τη δεκαετία του ‘60          
            ◦ Παραδείγματα από τη δεκαετία του ‘70          
            ◦ Παραδείγματα από τη δεκαετία του ‘80          
            ◦ Παραδείγματα από τη δεκαετία του ‘90          
◦ ΕΠΙΛΟΓΟΣ         
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                                        

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Το θέμα πραγματεύεται την θεσμική εξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινότητας μέσα από το πρίσμα των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να ερμηνευθούν τα διαφορετικά βήματα και στάδια προς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης μέσα από το πρίσμα και τις προδιαγραφές των τριών θεωρητικών τάσεων και να καταδειχτεί η εκάστοτε επικράτηση της κάθε τάσης σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.
            Για να γίνει αυτό θα διατυπωθεί και θα αναλυθεί αρχικά το περιεχόμενο των τριών σχολών σκέψης τόσο ως προς το θεωρητικό τους υπόβαθρο όσο και ως μορφές πρακτικής εφαρμογής συγκεκριμένων διαδικασιών, με γνώμονα πάντα τον στόχο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
            Προκειμένου να παρουσιαστούν δομημένα, ανά χρονική περίοδο οι θεσμικές μεταμορφώσεις της ενοποιητικής προσπάθειας, θα ακολουθήσει μια ιστορική-χρονολογική παράθεση σημαντικών γεγονότων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κάθε περιγραφόμενο γεγονός θα παρατίθεται με μια σύντομη ανάλυση που θα καταδεικνύει την αντιδιαστολή των σχολών σκέψης μεταξύ τους έτσι όπως εκφράζονται από τις ενέργειες των κατά περίπτωση εκπροσώπων τους. Με αυτό τον τρόπο θα γίνεται σαφές αν η επιλεγόμενη διαδικασία ολοκλήρωσης (που συνήθως αποτελεί προϊόν συμβιβασμού) κατατείνει στην επικράτηση λιγότερο ή περισσότερο μιας συγκεκριμένης θεωρητικής προσέγγισης.
            Εν κατακλείδι, θα γίνει μία σύντομη σύνοψη του βασικού συμπεράσματος και θα σχολιαστεί η κυρίαρχη μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε περισσότερο για την επίτευξη του σημερινού επιπέδου ολοκλήρωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο απώτερος στόχος του οράματος της ενοποίησης δεν έχει ακόμα επιτευχθεί.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ
            Οι διαφορετικές προσεγγίσεις της διαδικασίας ενοποίησης σχηματοποιήθηκαν σε τρείς βασικές τάσεις που στην πορεία απέκτησαν θεωρητικό υπόβαθρο και ανάχθηκαν σε σχολές πολιτικής σκέψης με διάφορες παραλλαγές. Οι ευρωπαίοι αναλυτές συχνά καταφεύγουν σε αυτές τις θεωρητικές προσεγγίσεις προκειμένου να εξηγήσουν τις διαφορετικές εκφάνσεις της ενοποίησης (Λάβδας, 2002, σ.53). Σε ένα πιο λεπτομερειακό επίπεδο ανάλυσης η παρουσίαση των επιμέρους θεωρητικών παραμέτρων μπορεί να ερμηνεύσει το γιατί και το πως της θεσμικής εξέλιξης της Ευρώπης.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΟΠΟΙΗΣΗΣ - ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟΣ
            Πρόκειται για τη θεωρία με την μεγαλύτερη απήχηση στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια όταν η ιδέα μιας ενωμένης και ειρηνικής Ευρώπης απεικονιζόταν ιδεαλιστικά μέσα από ανεξάρτητα υπερεθνικά σχήματα. Εξακολουθεί να έχει πιστούς οπαδούς και σε κάθε περίπτωση είναι η θεωρία με τον πιο ξεκάθαρο απώτερο στόχο. Σύμφωνα με το Φεντεραλισμό, μεταπολεμικά θεωρείται αυτονόητη η προοπτική ένταξης των δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε μια μορφή πολιτικής ένωσης ομοσπονδιακού τύπου, παρόμοια με αυτή των ΗΠΑ. Για να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει τα συμμετέχοντα κράτη να συμφωνήσουν σε ένα κοινό Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και σε ένα τύπο διακυβέρνησης σε δύο επίπεδα (ομοσπονδιακό και εθνικό) με εξισορρόπηση των εξουσιών μεταξύ τους. Προφανώς το ομοσπονδιακό επίπεδο είναι αυτό που καθορίζει τις πολιτικές και τις εξωτερικές σχέσεις όλου του σχήματος και ανάλογα με το βαθμό συμφωνημένης αυτονομίας των κρατών μπορεί να μιλάμε για ομοσπονδία ή συνομοσπονδία (Λάβδας, 2002, σ.48).

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
            Η θεωρία αυτή αποτελεί ουσιαστικά το αντίπαλο δέος του Φεντεραλισμού υπό την έννοια ότι δεν διαπραγματεύεται την πρωτοκαθεδρία του κράτους έναντι του υπερεθνικού σχήματος της ομοσπονδίας. Θεωρεί ότι τα κράτη και οι κυβερνήσεις πρέπει να πρωταγωνιστούν λαμβάνοντας τις τελικές αποφάσεις στις ευρωπαϊκές κοινότητες και η εθνική κυριαρχία να παραμένει αναλλοίωτη. Τα κράτη δρουν στη βάση του εθνικού τους συμφέροντος υιοθετώντας τις ευρωπαϊκές πολιτικές μόνο στο βαθμό που δεν αντίκεινται σε αυτό. Διαφορετικά η φυσική τους αντίδραση πρέπει να είναι η ανακοπή της ενοποιητικής πορείας. Επιπλέον η θεωρία διαπιστώνει ότι η μεταπολεμική ενοποίηση δεν εξασθένησε τα εθνικά κράτη αλλά τα ισχυροποίησε μέσα στο σύστημα συνεργασίας που αναπτύχθηκε (Λάβδας, 2002, σ.49). Στην Πλουραλιστική παραλλαγή της η θεωρία δέχεται ότι το εθνικό συμφέρον πολλές φορές καθορίζεται από ομάδες συμφερόντων που δρουν είτε εντός του κράτους είτε και υπερεθνικά επηρεάζοντας έτσι την πορεία της ενοποίησης (Λάβδας, 2002, σ.51-52).

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΣΜΟΥ-ΝΕΟΛΕΙΤΟΥΡΓΙΣΜΟΥ
            Ο Λειτουργισμός και η σύγχρονη παραλλαγή του Νεολειτουργισμός, αποτελούν μια ενδιάμεση στρατηγική ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπό την έννοια ότι ούτε αγωνίζονται για την άμεση μεταλλαγή σε πολιτικό επίπεδο όπως ο Φεντεραλισμός, ούτε όμως αρνούνται την προοπτική της κατά περίπτωση εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας σαν αυτό να είναι κάτι ιερό και αδιαπραγμάτευτο.
            Ο D. Mitrany ως θεωρητικός εκφραστής του Λειτουργισμού αμφισβητεί την ικανότητα του κράτους να ικανοποιήσει τις ανθρώπινες ανάγκες τη στιγμή που οι πολιτικοί επιθυμούν πρωτίστως τη διατήρηση της εξουσίας. Κατά συνέπεια οι υπερεθνικοί θεσμοί μπορούν να το πετύχουν αυτό καλύτερα. Απορρίπτει όμως τις μορφές περιφερειακής οργάνωσης που θα αναπαρήγαγαν τα προβλήματα των κρατών και δεν θα αναμόρφωναν τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων εντός αυτών (Τσινισιζέλης [Α], 2009).
            Η Νεολειτουργική εκδοχή εκφράστηκε κυρίως από τον E. Haas και θέτει ως απώτερο στόχο την υπέρβαση του εθνικού κράτους. Αντί όμως να παλεύει όπως ο Φεντεραλισμός για να συστήσει μια πολιτικά ανέφικτη ομοσπονδία, αγωνίζεται να δημιουργήσει όρους για την κατάργηση του κράτους μέσα από εντατική συνεργασία σε τομείς που δεν προκαλούν τα εθνικά αντανακλαστικά. Θεωρεί ότι η εντατικοποίηση της συνεργασίας σε τομείς της ανθρώπινης καθημερινότητας, διαβρώνει τα θεμέλια του εθνικού κράτους γιατί τα οφέλη της δεν μπορούν να διαχυθούν πλήρως αν η συνεργασία δεν επεκταθεί και σε άλλους τομείς (Τσινισιζέλης [Β], 2009).
            Πρακτικά, για αυτή τη σχολή σκέψης η πρόοδος της ολοκλήρωσης νοείται ως αποτέλεσμα σταδιακών ενοποιητικών βημάτων και επιτυχιών που ξεκινούν από τομείς στρατηγικού ενδιαφέροντος όπως η οικονομία και κατόπιν επεκτείνονται και στο πολιτικό επίπεδο. Η σταδιακή τομεακή επέκταση συντελείται με αυτό που αποκαλείται ‘μηχανισμός διάχυσης’ (spillover) σύμφωνα με τον οποίο η επίτευξη προχωρημένου επιπέδου ολοκλήρωσης σε ένα τομέα υποκινεί την ανάγκη μεγαλύτερης συνεργασίας και ολοκλήρωσης στους κοντινούς και σχετιζόμενους τομείς. Αυτό όπως πρόσθεσε ο Lindberg, άλλοτε συμβαίνει αυτόματα και άλλοτε υποθάλπεται από ομάδες οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων (ελίτ), που ασκούν πιέσεις στις κυβερνήσεις μόλις αντιληφθούν τα οφέλη από την επέκταση της ενοποίησης. Οι πιέσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος κινούν το εν υπνώσει σύστημα ενοποίησης μέσα από τον συγχρωτισμό των διαφορετικών συμφερόντων (Λάβδας, 2002, σ.50 και Τσινισιζέλης [Β], 2009).

ΠΩΣ ΕΚΦΡΑΣΤΗΚΕ ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ
            Διαχρονικά σε όλη την πορεία προς τα σημερινά επίπεδα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών κρατών περί της ενοποίησης, οδήγησαν σε διαφορετικές συμπεριφορές και σε διαστάσεις απόψεων που εξέφραζαν λιγότερο ή περισσότερο μία από τις βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις που περιγράφηκαν.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’50
            Μια πρώτη μορφή πολιτικού συμβιβασμού μεταξύ των απόψεων Φεντεραλιστών και Διακυβερνητικών ήταν αυτή που οδήγησε στη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1949. Μετά το Συνέδριο της Χάγης, συγκροτήθηκε μια μόνιμη επιτροπή με στόχο την ίδρυση μιας ευρωπαϊκής συνέλευσης για τη δημιουργία ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Η Βρετανία που παραδοσιακά υποστήριζε τον Διακυβερνητισμό ήθελε την συνέλευση αυτή πλήρως εξαρτημένη από τις κυβερνήσεις των κρατών, ενώ η γαλλική θέση εξέφραζε τον δημοφιλή τότε Φεντεραλισμό και ήθελε η συνέλευση να έχει ευρείες αρμοδιότητες και ανεξαρτησία. Τελικά συστήθηκαν η Επιτροπή Υπουργών (διακυβερνητικό όργανο με αρμοδιότητα τη λήψη αποφάσεων) και μια Συνέλευση εθνικά εκλεγμένων εκπροσώπων (φεντεραλιστικό όργανο συμβουλευτικού χαρακτήρα). Ανάλογα με την ευρωπαϊκή οπτική κάποιου, η εξέλιξη αυτή μπορούσε να αποτελεί είτε μία τελική παραχώρηση (Βρετανοί & διακυβερνητικοί) είτε ένα πρώτο δειλό βήμα για ένα ομόσπονδο μέλλον (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.47-48).
            Το Σχέδιο Σούμαν και ο εμπνευστής του Ζαν Μονέ, κινήθηκαν στην νέο-λειτουργική κατεύθυνση επιδιώκοντας τη συγχώνευση των τομέων άνθρακα και χάλυβα της ευρωπαϊκής οικονομίας, θέτοντας σε κίνηση τη διαδικασία δημιουργίας της κοινοτικής Ευρώπης (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.42). Η ΕΚΑΧ, επιδίωκε τη δημιουργία ενός υπερεθνικού καθεστώτος, σε ένα μεμονωμένο αλλά κρίσιμο τομέα της οικονομίας. Ως ένα πρώτο επίπεδο συνεργασίας και εκχώρησης εθνικών αρμοδιοτήτων, αποτέλεσε το εφαλτήριο για μια ευρύτερη οικονομική και μακροπρόθεσμα πολιτική ολοκλήρωση. Υπό αυτή την έννοια η ΕΚΑΧ είναι λαμπρό παράδειγμα Λειτουργικής προσέγγισης καθώς μέσα από την στενή οικονομική συνεργασία κεφαλαιοποίησε τις πολιτικές επιπτώσεις και προεκτάσεις της τομεακής συνεργασίας (Λάβδας, 2002, σ. 59-61&86 και Μούσης, 2008, κεφ 1.2). Ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της ΕΚΑΧ διαφαίνεται στην σύσταση της ανεξάρτητης Ανώτατης Αρχής με υπερεθνικά καθήκοντα και στην επιβολή ευρωπαϊκού φόρου για τη χρηματοδότηση των κοινοτικών οργάνων (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.54).
            Ως φυσική συνέχεια της τομεακής διάχυσης και λόγω την ανάγκης επανεξοπλισμού της Γερμανίας ακολούθησε η σύσταση της κοινής Αμυντικής Κοινότητας και η δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού το 1952. Η βιασύνη όμως των φεντεραλιστών για επέκταση της ενοποίησης σε πολιτικό επίπεδο με ένταξη άρθρου εντός της συνθήκης ΕΑΚ για τη μελλοντική δημιουργία πολιτικής Κοινότητας, ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των εθνικών κυβερνήσεων. Το κείμενο της συνθήκης αναδιατυπώθηκε σε διακυβερνητικά πρότυπα ενώ ταυτόχρονα η γαλλική απόρριψη της Συνθήκης της ΕΑΚ οδήγησε σε διάλυση της ενοποιητικής προσπάθειας στον αμυντικό τομέα (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.57-59).
            Η αποτυχημένη προσπάθεια να μετεξελιχτεί η ΕΚΑΧ υπό φεντεραλιστική λογική, σε ένα υπερεθνικό μόρφωμα με κοινή αμυντική και πολιτική οργάνωση, ήταν μια πρώτη ήττα για την ευρωπαϊκή ιδέα. Η κατάσταση απαιτούσε μια νέα προσέγγιση, που θα διατηρούσε μεν την τομεακή συσσωμάτωση ως μέσο επίτευξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά θα επικεντρωνόταν σε πεδία που δεν θα δημιουργούσαν καταλυτικές διαφωνίες μεταξύ των μελών (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.61). Τέτοια πρόσφορα πεδία αποτέλεσαν η ατομική ενέργεια και η οικονομία. Έτσι για πρώτη φορά με τη σύσταση της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ το 1957, περνάμε σε μια μορφή οργάνωσης, που συμβιβάζει την υπερεθνική-ομοσπονδιακή με την διακυβερνητική προσέγγιση, κάθε μία εκ των οποίων από μόνη της αποδείχτηκε ανεπαρκής (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.65-66). 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’60
            Η δεκαετία του ’60 αποδείχτηκε κρίσιμη για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής προοπτικής, λόγω της διελκυστίνδας των αντίθετων φιλοσοφιών ολοκλήρωσης και την ανάγκη συγκερασμού αυτών προκειμένου να αποφευχθεί το τέλμα της ενοποιητικής προσπάθειας. Βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου αποτελούν από την μία η ενισχυμένη ελπίδα των Φεντεραλιστών για επιτάχυνση του υπερεθνικού οικοδομήματος προς την κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης (Χατζηβασιλείου, 2002, σ.462) και από την άλλη η γαλλική αντίθεση στην υπερεθνική κυριαρχία με υποβάθμιση αυτής έναντι της διακυβερνητικής συνεργασίας. Παρά την Γκωλική πίστη στην ‘Ευρώπη των Πατρίδων’ η γαλλική θέση ήταν ότι στο βαθμό που δεν θα θιγόταν η εθνική κυριαρχία, η μελλοντική συνεργασία των κρατών σε πολιτικό και αμυντικό επίπεδο θα μπορούσε να αποτελέσει προοίμιο μιας Συνομοσπονδίας που θα διασφάλιζε την ανεξαρτησία της Ευρώπης από τις ΗΠΑ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.70-71 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ.463 και Λάβδας, 2002, σ.86&89).
            Το γαλλικό σχέδιο Fouchet για τη δημιουργία μιας ‘ένωσης’ κρατών με κοινούς στόχους αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής ήταν συνταγμένο υπό αυτό το πρίσμα και ουσιαστικά έθετε σε αμφισβήτηση την προοπτική των εγκαθιδρυμένων ανεξάρτητων κοινοτικών θεσμών. Ο φόβος των μικρότερων κρατών (Βέλγιο, Ολλανδία) για απορρόφηση των Κοινοτήτων και εγκαθίδρυση ενός γαλλογερμανικού διευθυντηρίου, οδήγησε σε απόρριψη του Σχεδίου. Η αποτυχία του σχεδίου Fouchet οδήγησε σε γαλλική επίθεση έναντι των φεντεραλιστών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποτελούσε θεσμικό εκφραστή της υπερεθνικής ενοποίησης με στόχο την ανάσχεση της ενοποιητικής δυναμικής του κοινοτικού προτύπου. Αυτό τελμάτωσε τις κοινοτικές εργασίες καθώς η Γαλλία έπαψε να συμμετέχει στις συνόδους Υπουργών και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και απείλησε τη συνοχή της ΕΟΚ. Με τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου το 1966 η ‘κρίση της κενής έδρας’ τερματίστηκε. Η καθιέρωση του ‘ζωτικού εθνικού συμφέροντος’ ως αφορμή επίκλησης για την εξεύρεση ομόφωνα αποδεκτών λύσεων, δημιούργησε τεκμήριο υπέρ του κανόνα της ομοφωνίας που αποτελούσε διακυβερνητικό κόκκινο πανί για τους οπαδούς της ομοσπονδιακής λύσης (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.74-76 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ.465 και Λάβδας, 2002, σ.92).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’70
            Η αποχώρηση του Ντε Γκωλ από την εξουσία το 1969 απεγκλώβισε το μηχανισμό ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την αναθεώρηση της γαλλικής στάσης έναντι της Βρετανίας και τη σύνταξη σχεδίου δράσης υπέρ της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης της Κοινότητας. Διάχυτη στις ηγεσίες Γαλλίας και Γερμανίας είναι αυτή την περίοδο η ρεαλιστική προσέγγιση της ενοποίησης υπό μια λειτουργική διαδικασία σταδιακής οικοδόμησης. Η Διάσκεψη Κορυφής του 1970 αποφάσισε τη θέσπιση ιδίων πόρων για την Κοινότητα (ομοσπονδιακή αντίληψη για την ανεξαρτησία του σχήματος), την εμβάθυνση της οικονομικής συσσωμάτωσης (λειτουργική επέκταση σε όμορους τομείς) και την προώθηση της πολιτικής ενοποίησης (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.85-87 και Λάβδας, 2002, σ.93).
            Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) αποτέλεσε βασική προτεραιότητα αυτή την περίοδο. Το σχέδιο Werner στα τέλη του 1970 αποτέλεσε τον οδικό χάρτη για την σύσταση της ΟΝΕ σε τρείς φάσεις εντός της δεκαετίας. Όμως η πρόβλεψη για δημιουργία υπερεθνικών οργάνων (Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας, Κεντρική Τράπεζα), που θα απαιτούσαν εκχώρηση αρμοδιοτήτων από τις κυβερνήσεις, προκάλεσε αντίδραση της Γαλλίας που ήθελε να διατηρήσει τον έλεγχο του εθνικού νομίσματός και συμφώνησε μόνο για την πρώτη φάση συναλλαγματικών ρυθμίσεων και όχι για την άμεση θεσμοποίηση του συστήματος (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.90-93 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ.468).
           Τη δεκαετία αυτή η πολιτική ενοποίηση βρήκε θεσμική έκφραση στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ). Πρόκειται για ένα ατελή μηχανισμό αποτέλεσμα της Έκθεσης Davignon που ζητούσε συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής και ανάληψη κοινής δράσης των κρατών. Ο μηχανισμός αρχικά χωρίς συμβατική υπόσταση λειτούργησε παράλληλα με τις κοινοτικές διαδικασίες με στόχο τη σταδιακή θεσμοποίηση της πολιτικής συνεργασίας. Η άρνηση των κυβερνήσεων να εκχωρήσουν κυριαρχικά δικαιώματα απέτρεψε την υιοθέτηση περισσότερο προωθημένων σχεδιασμών για την πολιτική ολοκλήρωση (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.98-101). Βασικό χαρακτηριστικό της ΕΠΣ είναι ότι είχε διακυβερνητικό χαρακτήρα λειτουργώντας (στην αρχή τουλάχιστον) εκτός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.101-102 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ.466-467).
            Στο τελείωμα της δεκαετίας έλαβε χώρα μια ακόμα φεντεραλιστική προσπάθεια δυναμικής επέκτασης του ενοποιητικού εγχειρήματος στο πεδίο της πολιτικής ολοκλήρωσης. Μετά από ανάθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο L. Tindemans υπέβαλε έκθεση με προτάσεις για την υιοθέτηση κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, ενίσχυσης της ΟΝΕ και επέκτασης των κοινών πολιτικών σε άλλα πεδία. Μια λειτουργικού τύπου καταγραφή όμως διανθίστηκε από τη ριζοσπαστική πρόταση για σύσταση ομοσπονδιακού πλαισίου με ανεξάρτητο υπερεθνικό εκτελεστικό όργανο και εκλεγμένο κοινοβούλιο, ενώ έγινε για πρώτη φορά αναφορά σε μια Ευρώπη διαφορετικών ταχυτήτων ανάμεσα στα πιο αποφασισμένα για ένωση κράτη και τα περισσότερο ευρωσκεπτικά. Αυτή η έντονα ομοσπονδιακή πρόταση δεν τέθηκε τελικά σε σοβαρό διάλογο προς απογοήτευση των φεντεραλιστών (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.102-103).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80
            Τη δεκαετία του ’80 ακολουθεί μια ακόμα προσπάθεια επίσπευσης της πολιτικής ενοποίησης με την πρωτοβουλία Genscher-Colombo. Το ομώνυμο σχέδιο επιχειρούσε να ξεκολλήσει το ευρωπαϊκό άρμα από το τέλμα με την υιοθέτηση ‘Ευρωπαϊκής Πράξης’. Πρότεινε κοινή εξωτερική πολιτική, συντονισμό της πολιτικής ασφάλειας και ανάπτυξη της ΕΠΣ, μετατροπή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε όργανο πολιτικής καθοδήγησης, ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και περιορισμό της επίκλησης ‘ζωτικού εθνικού συμφέροντος’ και ομοφωνίας. Οι αντιδράσεις ήταν θετικά επιφυλακτικές αλλά κάθε κράτος είχε τους δικούς του λόγους να μην το υιοθετήσει. Έτσι τελικά υποβαθμίστηκε από νομοθετική πράξη σε συμβουλευτικό μη δεσμευτικό κείμενο (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.103-105). Αν και ενσωματώθηκε στην Πανηγυρική Διακήρυξη για την ΕΕ οι διακυβερνητικές παραχωρήσεις που προσέλαβε άφησαν ανικανοποίητους τους υποστηρικτές μιας ταχύτερης ενοποίησης (Χατζηβασιλείου, 2002, σ.472).
            Η απόρριψη το 1984 της πρότασης του μαχητικού φεντεραλιστή Σπινέλι, που διατύπωσε Σχέδιο Συνθήκης για την ΕΕ που αναφερόταν στην επέκταση αρμοδιοτήτων μιας ισχυρής Κοινότητας, ήταν μια ακόμα διακυβερνητική νίκη έναντι της ομοσπονδιακής προοπτικής (Χατζηβασιλείου, 2002, σ.472). Ο Σπινέλι αγωνίστηκε σκληρά για τη μεταρρύθμιση των κοινοτικών θεσμών υπό φεντεραλιστική οπτική γι’ αυτό και το Σχέδιο Συνθήκης που συνέταξε είχε ομοσπονδιακή χροιά. Πρότεινε μια ΕΕ όπου η  Επιτροπή θα είχε νομοθετική πρωτοβουλία, κατανομή εξουσίας μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, λήψη αποφάσεων χωρίς ομοφωνία και απονομή εξουσιών στην ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.106-107).
            Η Επιτροπή Dooge το 1985 υπέβαλε προτάσεις για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής συνεργασίας εισηγούμενη ένα ποιοτικό άλμα που θα καταδείκνυε την πολιτική βούληση των κρατών για την ίδρυση μιας πολιτικής οντότητας. Η δημιουργία ενιαίας αγοράς, η ενίσχυση του νομισματικού συστήματος, η ενσωμάτωση των θεμάτων ασφαλείας στην ΕΠΣ, η ελαχιστοποίηση της ομοφωνίας, η μείωση των μελών της Επιτροπής και η διαπραγμάτευση Συνθήκης για την ΕΕ ήταν μερικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που αντιμετώπισαν τις αντιρρήσεις των ευρωσκεπτικιστών (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.119-120).
            Η θέσπιση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης ως αποτέλεσμα διεργασιών και ανταλλαγμάτων της Επιτροπής με τις αρνητικά διακείμενες χώρες, αποτέλεσε μια καλή συμφωνία αλλά μια όχι τόσο καλή συνθήκη. Η επίσημη αναγνώριση του Συμβουλίου, η επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας, η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου, η ίδρυση Δικαστηρίου, ο προσδιορισμός συγκεκριμένης ημερομηνίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και η συμβατική υπόσταση που προσέδιδε στην θεσμοποίηση της ΕΠΣ ήταν σημαντικά βήματα ολοκλήρωσης. Το κείμενο εν συνόλο ήταν μετριοπαθές (πράγμα που απογοήτευσε τους φεντεραλιστές) και στόχευε να προσφέρει μια ισορροπία στόχων και προοπτικών ώστε να το αποδεχτούν και τα κράτη με περιορισμένη ευρωπαϊκή προοπτική και εκείνα που επιθυμούσαν αποφασιστικότερα βήματα (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.122-125 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ.473-474 και Λάβδας, 2002, σ.109).
            Το τέλος της δεκαετίας σημαδεύεται από τη δρομολόγηση της ΟΝΕ ως στρατηγικά δομικού συστατικού της ολοκλήρωσης. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις Γερμανίας και Βρετανίας η Έκθεση Delors του 1989 προσδιόριζε τους σκοπούς και τα στάδια υλοποίησης του μεγάλου βήματος από την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, στην εναρμόνιση νομισματικών πολιτικών των κρατών, στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τελικά στην μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην Κοινότητα και την έκδοση κοινού νομίσματος. Για μια ακόμα φορά οι επιφυλάξεις και τα εθνικά συμφέροντα παρακάμπτονται ή έστω κάμπτονται με επιδέξιους σταδιακούς χειρισμούς μιας βήμα προς βήμα λειτουργικής στρατηγικής (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.129-131).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90
            Η ιστορική συγκυρία της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού και οι συνεπακόλουθες εξελίξεις που βάδιζαν ταχύτερα από την πολιτική, επέβαλαν την αναθεώρηση των μεθόδων και διαδικασιών ολοκλήρωσης, με στόχο την αναζήτηση μιας αρχιτεκτονικής με κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο, που θα επιτρέψει την συμμετοχή των πρώην ανατολικών κρατών στην ενοποιητική προσπάθεια. Για να γίνει αυτό επιβαλλόταν η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης στο πολιτικό επίπεδο, ώστε να υπάρχουν δομές που να καθιστούν δυνατή την ενεργή συνδρομή της Κοινότητας στην προσπάθεια μεταρρύθμισης των χωρών για επίτευξη δημοκρατικών θεσμών, οικονομίας της αγοράς και κοινωνίας των πολιτών (Χριστοδουλίδης, 2010, σ134-135). 
            Η Γερμανία σύντομα έθεσε σε κίνηση την προώθηση της ολοκλήρωσης επιβεβαιώνοντας την προσήλωση της στο ευρωπαϊκό άρμα ακόμα και μετά την επανένωσή της. Οι Κολ και Μιτεραν ζήτησαν τη σύγκλιση διάσκεψης για την πολιτική ένωση στην κατεύθυνση ενίσχυσης της δημοκρατίας και των κοινοτικών θεσμών, διασφάλιση της συνοχής και θέσπιση κοινής εξωτερικής πολιτικής. Πρακτικά αυτό σήμαινε επέκταση αρμοδιοτήτων της Κοινότητας σε νέους τομείς, ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ενίσχυση Συμβουλίου, επέκταση εξουσιών Κοινοβουλίου, κατ’ εξαίρεση ομοφωνία και πρόβλεψη κοινής άμυνας. Το άνοιγμα των συνόρων των ανατολικών χωρών προσέδωσε το χαρακτήρα του επείγοντος στις διαβουλεύσεις (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.135-138).
            Ο συμβιβασμός που για μια ακόμα φορά απαιτήθηκε κυρίως με τη Βρετανία που αντιστεκόταν στην επέκταση των κοινοτικών δραστηριοτήτων επιτεύχθηκε με την θέσπιση ‘πυλώνων’ άσκησης πολιτικής : ΕΟΚ – Εξωτερική Πολιτική & Ασφάλεια – Δικαιοσύνη & Εσωτερικές Υποθέσεις. Στον δεύτερο πυλώνα ο συγκερασμός ατλαντιστών και ευρωπαϊστών στηρίχθηκε στην ασαφή διατύπωση του σχεδίου. Ο συμβιβασμός για τη διάρκεια των σταδίων της ΟΝΕ διασφαλίστηκε με ρήτρες αυτοεξαίρεσης για τα κράτη που δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στο 3ο στάδιο του ενιαίου νομίσματος. Σε γενικές γραμμές ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας ακολουθούν τα διακυβερνητικά πρότυπα αποφεύγοντας την εμβάθυνση της θεσμικής ενοποίησης. Άλλωστε η εισαγωγή της ‘Αρχής της Επικουρικότητας’ ενισχύει τα κράτη στην ανάληψη δράσης πέρα από τις κοινοτικές πολιτικές υπογραμμίζοντας το ρόλο και τη σχέση κρατών και Κοινότητας ως διακριτά επίπεδα του ίδιου συστήματος (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.139-141 και Λάβδας, 2002, σ.117&119&121).
            Στο Μάαστριχτ οι συμβιβασμοί της τελευταίας στιγμής απάλειψαν κάθε μνεία ομοσπονδιακής προοπτικής για χάρη της Βρετανίας. Τελικά η δημιουργία της ΕΕ αν και απείχε παρασάγγας από τα σχέδια των πρωτεργατών της ενοποίησης έδινε ωστόσο μια κάποια υπόσταση στα οράματα τους  (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.142). Η συνθήκη δεν έκανε μεγάλα βήματα στην κατεύθυνση της πολιτικής ένωσης ενώ η διαμόρφωση κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής φάνηκε εξαιρετικά αδύναμη στην περίπτωση του Γιουγκοσλαβικού πολέμου (Χατζηβασιλείου, 2002, σ.476).
            Στο Άμστερνταμ το 1996 η διάσκεψη είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα για τη συνθήκη Μάαστριχτ λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές γεωπολιτικές εξελίξεις και τις προβλεπόμενες διευρύνσεις της ΕΕ. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ απλοποίησε τη διαδικασία συναπόφασης, διευθέτησε με υπερεθνικό τρόπο ορισμένα διακυβερνητικά ζητήματα της ΚΕΠΠΑ, ενίσχυσε τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής και το Κοινοβούλιο, αλλά κυρίως προετοίμασε το έδαφος για την καταστατική πράξη της ένωσης. Μετά το Άμστερνταμ η Βρετανία προσπάθησε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον τομέα όπου η διακυβερνητική προσέγγιση ήταν περισσότερο ισχυρή δηλαδή στην ΚΕΠΠΑ. Η Βρετανία απέκλεισε τη δημιουργία μόνιμου ευρωπαϊκού στρατού και επιβεβαίωσε την στρατιωτική πρωτοκαθεδρία του ΝΑΤΟ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.161&163-164&171-172)
            Με τη Συνθήκη της Νίκαιας το 2001 εδραιώνεται η θεσμική υπόσταση της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας με μεταβίβαση εξουσίας από το Συμβούλιο για την επίλυση κρίσεων και τη διεύθυνση στρατιωτικών επιχειρήσεων (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.176). Όμως αν και έδωσε έμφαση σε ζητήματα σχετικά με την επερχόμενη διεύρυνση, η συνθήκη δεν απάντησε στα μεγάλα θεσμικά ερωτήματα συνταγματικής υφής για το πολιτικό σύστημα της ένωσης (Λάβδας, 2002, σ.137).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
            Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια που γιγαντώθηκε η ανάγκη οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης, είχαμε τη σύσταση των πρώτων θεσμών συνεργασίας στην Ευρώπη. Με εργαλείο την ίδρυση διεθνών οργανισμών, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-ΕΣΔΔ ενίσχυσε τις προσπάθειες δημιουργίας ενός ισχυρού δυτικοευρωπαϊκού πόλου. Ταυτόχρονα, η αποδυνάμωση του ‘μεγαλείου’ του εθνικού κράτους, ενίσχυσε τις δυνάμεις που προσπαθούσαν να αναδείξουν τα κοινά συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών σε μια υπερεθνική ένωση των κρατών (Λάβδας, 2002, σ.37&43 και Μαντά, 2005, κεφ. 1.1, σ.2).
            Στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή αναπτύχθηκαν οι έννοιες της συνεργασίας, της αλληλεξάρτησης και των διακυβερνητικών σχέσεων που αφορούν την σύμπραξη για επίτευξη κοινών στόχων χωρίς απώλεια της ανεξαρτησίας. Η διαπλοκή όμως των κρατών υπό συγκεκριμένους διεθνείς κανόνες, σχέσεις και κοινές συμφωνίες, αυτονόητα οδηγεί στη σταδιακή μείωση της δυνατότητας του κράτους να καθορίζει μεμονωμένα τις πολιτικές του. Φτάσαμε έτσι να δημιουργούνται ερωτήματα σχετικά με την εθνική κυριαρχία και τη δυνατότητα υπερεθνικών μορφών πολιτικής οργάνωσης (Λάβδας, 2002, σ.45-46).
            Οι συζητήσεις και οι ζυμώσεις σχετικά με τα ζητήματα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών σχηματοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1948 στο Συνέδριο της Χάγης, όπου ακούστηκαν οι διαφορετικές φωνές και απόψεις σπουδαίων ευρωπαϊκών πολιτικών προσωπικοτήτων. Στο συνέδριο διαφάνηκε ότι υπήρχαν τρείς βασικές τάσεις και προοπτικές για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, η διακυβερνητική, η λειτουργική και η ομοσπονδιακή/φεντεραλιστική.
            Αυτές τελικά όπως αποδείχτηκε από την λεπτομερή ανάλυσή τους, δεν διέφεραν τόσο στον απώτερο στόχο ή στο όραμα που εξέφραζαν αλλά κυρίως ως προς το βαθμό, την ένταση και τη μορφή της ευρωπαϊκής συνεργασίας που απαιτούσαν για να υλοποιηθεί αυτό το όραμα. Πρακτικά ακόμα και η Διακυβερνητική τάση δεν αποκλείει την προοπτική μιας Συνομοσπονδίας ανεξάρτητων κρατών. Συνεπώς το όραμα είναι λιγότερο ή περισσότερο το ίδιο, μια πολιτική ένωση στη βάση κοινών αρχών και ένα ενιαίο σχήμα εκπροσώπησης προς τον υπόλοιπο κόσμο. Τα ιδιαίτερα επιμέρους χαρακτηριστικά, η ταχύτητα υλοποίησης και ο βαθμός παραχωρήσεων που απαιτούνταν για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, σε συνδυασμό με τα εθνικά συμφέροντα, καθόριζαν κάθε φορά την τελική στάση των κυβερνήσεων.
            Αποδείχτηκε στην πράξη ότι το ευρωπαϊκό όραμα ‘εκ των άνω’ για την εξαρχής δημιουργία μιας ομοσπονδίας ευρωπαϊκών κρατών θα συναντούσε πολλά προσκόμματα. Χρειαζόταν λοιπόν μια εξισορροπητική φόρμουλα, που χωρίς να αναιρεί τον απώτερο στόχο της πολιτικής ένωσης, θα διασφάλιζε την συνεχή πρόοδο των προσπαθειών. Χρειαζόταν δηλαδή μια προσπάθεια θεσμοποίησης της κρατικής συνεργασίας ‘από κάτω’, σε συγκεκριμένους στρατηγικούς τομείς. Αυτή ακριβώς ήταν η μέθοδος τομεακής ‘ομοσπονδοποίησης’ του Μονέ που αποκαλύπτει το σκεπτικισμό του για ένα συνολικό ‘κατασκεύασμα’ με ‘μία κίνηση’ και την πεποίθηση του ότι χρειαζόταν σταδιακή προσέγγιση, οικοδόμηση αλληλεγγύης και αναμονή για την ωρίμανση των συνθηκών πριν την υποβάθμιση της εθνικής κυριαρχίας.
            Όπως είδαμε από τα σπάργανα κιόλας της ενοποιητικής διαδικασίας παρατηρήθηκαν αποκλίσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις κρατών και προσωπικοτήτων, στη βάση των τριών βασικών τάσεων πολιτικής σκέψης. Οι αποκλίσεις αυτές εν πολλοίς εδράζουν για τα κράτη όχι μόνο στην πολυπλοκότητα των εθνικών τους συμφερόντων αλλά και σε μια πολιτική κουλτούρα επιβαλλόμενη από ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα που είναι δύσκολο να ανατραπεί.
            Στις μέρες μας το ενοποιητικό όραμα παραμένει ζωντανό, ισορροπώντας πάνω στο εύθραυστο μεταίχμιο μιας διακυβερνητικής συνεργατικής αλλά εθνικά κυρίαρχης οργανωτικής δομής και μιας υπερεθνικής πολιτικής ομοσπονδιακής προοπτικής. Η καμπή είναι πλέον κρίσιμη και το ερώτημα για την προοπτική των ‘Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης’ μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
·         ΛΑΒΔΑΣ, Κ. (2002), Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το Β Μισό του 20ου αι. και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
·         ΜΑΝΤΑ, Δ., ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Σ. και ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. (2005), Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό (ΕΔΥ) CD-ROM,  Κεφάλαια 1-3, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·         ΜΟΥΣΗΣ, Ν. (2008), Ευρωπαϊκό Ένωση: Δίκαιο-Οικονομία-Πολιτική, 12η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/
·         (Α) ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ, Μ. (2009), Εισαγωγή στον Λειτουργισμό, Σημειώσεις μαθήματος ‘Θεωρία Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης’, Πανεπιστήμιο Αθηνών - Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης - Τομέας Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PSPA111/functionalism.doc
·         (Β) ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ, Μ. (2009), Εισαγωγή στον Νεολειτουργισμό, Σημειώσεις μαθήματος ‘Θεωρία Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης’, Πανεπιστήμιο Αθηνών - Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης - Τομέας Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PSPA111/theories.doc
·         ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ε. (2002), Εισαγωγή στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου, 3η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη.
·         ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, Θ. (2010), Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Ιστορική Διάσταση του Ευρωπαϊκού Εγχειρήματος 1923-2004, 4η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.


© Ιωάννης Ζήσης 2011


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΕΠΟ32 (Θεσμοί Ευρωπαϊκού Πολιτισμού) - 11/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ

 «Αναλύστε τις συνθήκες που συνέβαλλαν στη σταδιακή αποσύνδεση της εκπαίδευσης από την Εκκλησία από τον 10ο ως τον 14ο αιώνα και στη συνέχεια αναφέρετε τους τύπους σχολείων που δημιουργήθηκαν στις πόλεις»

 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ             
◦ Η εκπαίδευση υπό τον σφιχτό εναγκαλισμό της εκκλησίας
◦ Πρώτα βήματα για μια πιο ‘ανοιχτή’ εκπαίδευση     
◦ Παράγοντες απαγκίστρωσης της εκπαίδευσης από την εκκλησία 
◦ Εκπαιδευτικά ιδρύματα και περιεχόμενο σπουδών 
◦ ΕΠΙΛΟΓΟΣ           
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ      
  
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Το θέμα πραγματεύεται τις μεταβολές στο εκπαιδευτικό σύστημα του μεσαίωνα, σχετικά με την παγιωμένη ως τότε εποπτεία του από την εκκλησιαστική εξουσία. Στόχος της εργασίας είναι να εξεταστούν και να παρουσιαστούν κατάλληλα, οι συνθήκες και οι παράγοντες που οδήγησαν στην σταδιακή απεξάρτηση της εκπαίδευσης από τον εκκλησιαστικό εναγκαλισμό.
            Αρχικά θα παρουσιαστεί η υφιστάμενη κατάσταση στα εκπαιδευτικά δρώμενα έως τον 8ο αι. και κατόπιν των πρώτων ‘δειλών’ βημάτων εκκοσμίκευσης που έθεσε ο Καρλομάγνος ως τον 10ο αι. Θα ακολουθήσει διεξοδική παρουσίαση των συνθηκών και παραγόντων που γέννησαν νέες ανάγκες και απαιτήσεις για την εκπαίδευση. Θεωρώντας την αστική ανάπτυξη ως κομβικό σημείο για την μεσαιωνική οργάνωση σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, θα υπογραμμιστεί ο ρόλος των πόλεων στην αναμόρφωση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των προσφερόμενων σπουδών.
            Εν κατακλείδι, θα συνοψιστεί το βασικό συμπέρασμα ότι μέχρι το τέλος του 13ου αι. οι κοινωνικές ανάγκες υποκίνησαν την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών παροχών πράγμα εμφανές τόσο στον τύπο των Σχολών που δημιουργήθηκαν, όσο και στα προγράμματα σπουδών εντός αυτών.


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΦΙΧΤΟ ΕΝΑΓΓΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

            Μετά τον 6ο αι. και την παρακμή των κλασσικών σχολείων, εμφανίστηκαν κατηχητικά σχολεία όπου διδάσκονταν προφορικά οι γραφές και το χριστιανικό δόγμα, με σκοπό την βάπτιση του μαθητή. Ακολούθως εμφανίστηκαν ανώτερα κατηχητικά που δίδασκαν θεολογία, φιλοσοφία και φυσικές επιστήμες με στόχο την υπεράσπιση της πίστης από ειδωλολάτρες και την απάντηση θεολογικών ερωτημάτων. (Γκότσης, 2001, σ.28-30 και Reble, 2003, σ.86).
            Η ανάπτυξη που γνώρισε τον 7ο αι. ο μοναχισμός επηρέασε την εκπαίδευση. Τα μοναστήρια, συσσώρευαν την πνευματική εργασία, με την αντιγραφή χειρογράφων, τη συλλογή βιβλίων, τη δημιουργία βιβλιοθηκών και την ίδρυση μοναστηριακών σχολείων. Τα σχολεία αυτά προορίζονταν για την εκπαίδευση των μοναχών αλλά με το ‘άνοιγμα’ τους στους λαϊκούς, εξελίχτηκαν σε πνευματικούς πυρήνες (Γκότσης, 2001, σ.30-31 και Reble, 2003, σ.86&88). Στα σχολεία αυτά διδάσκονταν λατινικά και οι επτά ελευθέριες τέχνες. Όσοι ολοκλήρωναν αυτές τις σπουδές μπορούσαν να σπουδάσουν θεολογία  (Reble, 2003, σ.89 και Nicholas, 2000, σ.39). Στην Βρετανία του 8ου αι. έχουμε επίσης εκκλησιαστικά σχολεία γενικής παιδείας, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, ενώ τα κέλτικα μοναστήρια αποτέλεσαν κέντρα σπουδών της ελληνορωμαϊκής παιδείας (Γκότσης, 2001, σ.31-33 και Nicholas, 2000, 67-68).


ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΙΟ ‘ΑΝΟΙΧΤΗ’ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

            Τον 8ο αι. η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου εγκαθίδρυσε για πρώτη φορά ένα είδος κεντρικής διοίκησης που απαιτούσε επάνδρωση με κατηρτισμένους υπαλλήλους και οδήγησε στο ‘άνοιγμα’ της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Ράπτης, 1999, σ.63 και Reble, 2003, σ.88). Ο Καρλομάγνος ίδρυσε ανακτορική σχολή, συστηματοποίησε τη λατινική γλώσσα μεταφράζοντας τη Βίβλο και αποκατέστησε το πρόγραμμα σπουδών των ελευθέριων τεχνών (Nicholas, 2000, σ.105-107). Επιδιώκοντας τον πολλαπλασιασμό των εκπαιδευτών, ανακατένειμε την εκκλησιαστική περιουσία, ενίσχυσε τους κατώτερους κληρικούς και προχώρησε σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Όρισε με διάταγμα ως υποχρεωτικά διδασκόμενα μαθήματα για την προπαρασκευή δασκάλων τη γραφή, την ανάγνωση, τη γραμματική και την υμνωδία. Ταυτόχρονα άνοιξε τα μοναστήρια στους φτωχούς λαϊκούς και οργάνωσε ενοριακά σχολεία που παρείχαν στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση, επιβάλλοντας έτσι ένα σύστημα εκπαίδευσης (Γκότσης, 2001, σ.34-35 και Ράπτης, 1999, σ.64).


ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΠΑΓΚΙΣΤΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

            Από τον 11ο έως και τον 13ο αι. στην Ευρώπη λαμβάνουν χώρα σημαντικές αλλαγές και η παιδεία αποκτά χαρακτήρα πρακτικής αναγκαιότητας. Παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την κατεύθυνση ήταν :

Πολιτική Οργάνωση και Κοινωνική Ιεράρχηση
            Η κατάτμηση της εξουσίας σε τοπικούς πυρήνες νομιμοποίησε τις φεουδαλικές σχέσεις υποτέλειας και εδραίωσε τον τριμερή κοινωνικό διαχωρισμό σε προσευχόμενους, μαχητές και πληβείους (Γαγανάκης, 1999, σ.42). Η εκκλησία είχε πάντα ανάγκη από κατηρτισμένα στελέχη και διαχειριστές γιατί στο ρευστό πολιτικό σκηνικό της εποχής, αντικαθιστούσε στη συνείδηση του λαού το κοσμικό κράτος, πράγμα που ενέτεινε την ανάγκη για παροχή εκπαίδευσης (Power, 2001, σ.203). Η προσπάθεια της εκκλησιαστικής εξουσίας να χειραφετηθεί από τον έλεγχο της κοσμικής εξουσίας, θα την οδηγήσει στην ενίσχυση των μοναχικών ταγμάτων, με στόχο τη δημιουργία ενός ‘πνευματικού στρατού’ επιρροής των πιστών (Ράπτης, 1999, σ. 87 & 89).

Ειρήνη και Δημογραφική Ανάπτυξη
            Η καλλιέργεια και η εκπαιδευτική πρόοδος προαπαιτούν να έχει παγιωθεί καθεστώς ειρήνης στην επικράτεια, πράγμα που ίσχυσε από τον 11ο αι. (Power, 2001, σ.204). Η θέσπιση της ‘Ειρήνης του Θεού’ ως θεσμός ελέγχου της εσωτερικής βίας και η ‘εξαγωγή’ της βίας με τις Σταυροφορίες, εδραίωσαν την εσωτερική ηρεμία και παγίωσαν την αποδοχή  της υφιστάμενης κοινωνικής ιεραρχίας (Γαγανάκης, 1999, σ.41-42). Ταυτόχρονα, οι μικροανακαλύψεις στην αγροκαλλιέργεια επιτρέπουν τη δημιουργία ικανών αποθεμάτων τροφής. Ο πληθυσμός αυξάνεται και απεγκλωβίζεται από τη γη, πράγμα που ενισχύει την μετακίνηση του στις πόλεις (Γκότσης, 2001, σ.45).

Εμπόριο-Μεταναστεύσεις-Σταυροφορίες-Εκχρηματισμός Κοινωνίας
            Από τον 12ο αι. οι μαζικές μεταναστεύσεις χαλαρώνουν τους δεσμούς υποτέλειας και η πλειοψηφία της αγροτικής παραγωγής κατευθύνεται στις πόλεις που μετατρέπονται σε συνναλακτικά κέντρα. Η αντικατάσταση της πληρωμής σε είδος με χρηματικά συμβόλαια, εδραιώνει τον εκχρηματισμό της οικονομίας. Υποκινούμενη από τον επιτηδευμένο τρόπο ζωής των ευγενών, αναπτύσσεται η βιοτεχνία καταναλωτικών αγαθών. Καθώς εδραιώνονται οι χρηματικές συναλλαγές, διευκολύνεται η εμπορική δραστηριότητα και οι επενδύσεις των κερδών και δημιουργούνται νέα επαγγέλματα (συμβολαιογράφος, γραμματέας κλπ) (Γαγανάκης, 1999, σ.33&35 και Nicholas, 2000, σ.232-234). Οι σταυροφορίες ενίσχυσαν τις εμπορικές ανταλλαγές, κυρίως όμως αύξησαν τη διαθεσιμότητα ρευστού χρήματος λόγω των θησαυρών που λεηλατήθηκαν. Αυτό τόνωσε τους εμπόρους και κυρίως τους βιοτέχνες που αύξησαν την παραγωγή τους (Nicholas, 2000, σ.219). Ένα νέο πλήθος αναγκών γεννιέται στην κοινωνική και οικονομική οργάνωση, που απαιτεί την προσαρμογή της εκπαίδευσης στην διδασκαλεία λογιστικής, αριθμητικής, εμπορικής αλληλογραφίας κλπ. (Γκότσης, 2001, σ.46).

Αστική Ανάπττυξη
            Η εξέλιξη των πόλεων αποτελεί βασικό παράγοντα αυτονόμησης της εκπαίδευσης καθώς οι ίδιες οι πόλεις αποκτούν ένα βαθμό αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης, πολικής και οικονομικής. Η αυτοδιοίκηση δημιουργεί την ανάγκη για πολιτικά και δικαστικά αξιώματα και άρα αντίστοιχες σπουδές. Επίσης απαιτεί σπουδές περί των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών που ήταν πλέον πλήρως χρηματικές. Ταυτόχρονα, εντός των πόλεων δημιουργούνται συντεχνιακές συσσωματώσεις, με αιτήματα, προνόμια και εξειδικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες που απαιτούν μια μορφή τεχνικής πιστοποίησης. Τέλος, οι αστικές κοινωνίες του 12ου αι. απαιτούν ένα νέο είδος γνώσης που να βασίζεται στην επιχειρηματολογία και σε ένα τρόπο σκέψης πιο ‘επιστημονικό’, που έως τότε δεν υπήρχε στις μορφές διδασκαλίας. (Γκότσης, 2001, σ.49-50).

 Σχολαστικισμός
            Το έντονο ενδιαφέρον μελέτης της κλασσικής κληρονομιάς ως απόρροια της ‘περιέργειας’ των λόγιων αλλά και της ανοχής της εκκλησίας, οδηγεί σε περίοπτη θέση τη νομική, τη φιλοσοφία και την ιατρική, που ανακαλύπτουν νέες πρακτικές εφαρμογές (Powers, 2001, σ.204-205). Οι κοινωνικές ανάγκες απαιτούσαν για τη Νομική ένα είδος μόρφωσης με κατάλληλες σπουδές στη λατινική γραμματική και ρητορική, που να παρέχει ερμηνεία των ηθικών αξιών, αλλά και συνέπεια με την ρωμαϊκή νομική παράδοση. Η ιατρική φροντίδα των ανώτερων στρωμάτων είχε αυξημένη ζήτηση και εντατικοποίησε την ανάγκη κατάρτισης περισσότερων γιατρών. Η ανάπτυξη γραφειοκρατίας διοικητικών υπαλλήλων, απαιτούσε καθαρή σκέψη και οργανωτικό πνεύμα, κάτι που κατεύθυνε τις σπουδές στη λογική έναντι της ρητορικής. Τέλος, η διάδοση των αριστοτελικών κειμένων κατέστησε τη λογική ως εργαλείο για την επιστημονική απόδειξη και την επιχειρηματολογία στα μεγάλα θεολογικά ερωτήματα (Powers, 2001, σ.205-210).

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΠΟΥΔΩΝ

 Τύποι Σχολών και Μαθημάτων στις Πόλεις
            Η άνθηση των πόλεων οδηγεί στη δημιουργία σχολείων υπό την δικαιοδοσία τους, για τα παιδιά εμπόρων και τεχνιτών και τους κρατικούς υπαλλήλους των μοναρχών. Πρόκειται για την αφετηρία του κοσμικού σχολικού συστήματος, όπου τα σχολεία διαθέτουν δικό τους κανονισμό και οι δάσκαλοι διορίζονται από το συμβούλιο της πόλης. Πολλά από αυτά τα σχολεία είναι ιδιωτικά με στόχο την απόκτηση τεχνικών δεξιοτήτων για τη σύνταξη επιστολών, εγγράφων και λογαριασμών (Reble, 2003, σ.90 και Nicholas, 2000, σ.255).
            Τα πρώτα σχολεία ήρθαν να καλύψουν πρακτικές ανάγκες και γι’ αυτό οργανώθηκαν από τις συντεχνίες εμπόρων και βιοτεχνών. Σκοπός τους ήταν να εκπαιδεύσουν υποψήφιους τεχνίτες ώστε να γίνουν μέλη συντεχνίας. Η αύξηση της δύναμης και των δραστηριοτήτων των συντεχνιών, επέφερε την ανάγκη για μια γενικευμένη εκπαίδευση κι έτσι δημιουργήθηκαν δευτεροβάθμια σχολεία, είτε εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, είτε επαγγελματικής κατάρτισης (Γκότσης, 2001, σ.46).
            Τα δημοτικά σχολεία του 12ου αι. διοικούνταν από τις δημοτικές αρχές και συναγωνίζονταν τα εκκλησιαστικά. Εκεί φοιτούσαν κυρίως παιδιά εύπορων οικογενειών εμπόρων και αστών και ανήκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Υπήρχαν σχολεία εκμάθησης αριθμητικής, λογιστικής και σύνταξης νομικών κειμένων. Η εξάπλωση των γραμμάτων, οδήγησε στην ανάγκη για σχολεία της καθομιλουμένης γλώσσας που ήταν απαραίτητη στις συναλλαγές. Στην Αγγλία δημιουργήθηκαν σχολεία ωδικής για την εκπαίδευση εκκλησιαστικών χορωδών (Γκότσης, 2001, σ.47 και Powers, 2001, σ.227).
            Οι ευγενείς είχαν τα λεγόμενα σχολεία της αυλής, που απέβλεπαν στην προετοιμασία των γόνων για διαχείριση της πατρικής περιουσίας και θέσης, γι’ αυτό εκτός από στοιχειώδη εκπαίδευση, παρείχαν μαθήματα γραμμάτων και τεχνών. Δεν πρέπει να παραληφθεί η τάξη των ιπποτών και φεουδαρχών που απέβλεπε στην άμυνα και την επέκταση της κτηματικής περιουσίας. Τα αντίστοιχα σχολεία παρέδιδαν πολεμική εκπαίδευση, όπου η έννοια του καθήκοντος ήταν ισχυρότερη από τη λογοτεχνία. Συμπεριλάμβαναν επίσης μαθήματα φυσικής αγωγής, ιππασίας, χειρισμού όπλων αλλά και ποίησης και μουσικής (Γκότσης, 2001, σ.47 και Powers, 2001, σ.228).
            Η ερμηνεία των κλασικών βρήκε θέση στο σχολικό πρόγραμμα των περισσότερων σχολείων. Η ρητορική έθεσε τους κανόνες έκφρασης στη νομική, τη φιλοσοφία και τη θεολογία ώστε να αναπτύξουν τη δική τους τεχνική γλώσσα. Η επιστολογραφία αποτέλεσε αντικείμενο διδασκαλίας για την κατάρτιση των επαγγελματιών επιστολογράφων. Η ανάλυση και η ερμηνεία (αλληγορία και σχήματα λόγου) αποτέλεσαν αντικείμενο διδασκαλίας για την ανακάλυψη του θεϊκού νοήματος στη θεολογία. (Powers, 2001, σ.215-217).


Τα Πανεπιστήμια
            Η εμφάνιση των πανεπιστημίων σηματοδοτεί κομβική εξέλιξη στο χώρο της παιδείας. Πανεπιστήμια προϋπήρχαν (πχ. Ακαδημία Πλάτωνα, Πανδιδακτήριο Κωνσταντινούπολης), όμως η εξέλιξή τους στην μορφή που προσέλαβαν, ήταν έκφραση ανάγκης για μια διαφορετική εκπαίδευση (Γκότσης, 2001, σ.48-49). Ξεκίνησαν ως συνενώσεις σπουδαστών και καθηγητών (Μπολόνια, Παρίσι), ως ελεύθεροι ιδιωτικοί συνεταιρισμοί που προσπάθησαν να αποτινάξουν την επισκοπική κηδεμονία. Εκ των υστέρων αναγνωρίστηκαν από την εκκλησία και έλαβαν προνόμια. Τα αντικείμενα σπουδών ήταν φιλοσοφία, θεολογία, δίκαιο και ιατρική και μεθοδολογικά συστηματοποιούσαν τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων (Ράπτης, 1999, σ. 95 και Reble, 2003, σ.92).
            Δεν είχαν εξαρχής μόνιμες εγκαταστάσεις και η μορφή τους σχηματοποιήθηκε με τον καιρό, ενώ είχαν ως οικονομική βάση τις δωρεές και χορηγίες της εκκλησίας ή ιδιωτών. Στα προνόμια τους περιλαμβάνονται η ελεύθερη ασφαλής διακίνηση προς αυτά, η άδεια διεξαγωγής εξετάσεων και απονομής τίτλων, η σύνταξη εσωτερικού κανονισμού, αυτοδιοίκησης και δικαστικής δικαιοδοσίας για τα μέλη τους, η απαλλαγή από δασμούς, ακόμα και το δικαίωμα της απεργίας (Reble, 2003, σ.92-93 και Γκότσης, 2001, σ.53).
            Τα πανεπιστήμια διακρίνονταν από τα άλλα ιδρύματα γιατί εκεί μπορούσε κάποιος να σπουδάσεις τις ανώτερες σχολές ιατρικής, δικαίου και θεολογίας. Η μεθοδολογία διδασκαλίας ήταν ο ερμηνευτικός σχολιασμός από τους λογίους των αδιαμφισβήτητων επίσημων κειμένων και η διαλεκτική αντιπαράθεση αντίθετων πηγών με σκοπό τη σύνθεση (Nicholas, 2000, σ.273&277). Η διδασκαλία ξεκίναγε από την (κατώτερη) σχολή των Τεχνών όπου διδάσκονταν trivium και quadrivium και όσοι δεν εγκατέλειπαν με το πέρας του διετούς κύκλου ως ‘μπακαλάριοι’, συνέχιζαν για άλλο ένα διετή κύκλο ώστε να θεωρηθούν ‘μάγιστροι’. Στη συνέχεια μπορούσαν να επιλέξουν μία από τις ανώτερες σχολές για να γίνουν ‘διδάκτορες’ ή κληρικοί. Όπως γίνεται αντιληπτό η φοίτηση στο Πανεπιστήμιο του μεσαίωνα μπορούσε να αποτελέσει μια ιδιαίτερα χρονοβόρα και κοπιαστική προσπάθεια (Reble, 2003, σ.93-94 και Nicholas, 2000, σ.277-278)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

            Από την ανάλυση που σχηματοποιήθηκε παραπάνω, διαπιστώσαμε ότι η μετεξέλιξη των κοινωνικών, οικονομικών και άλλων συνθηκών της εξεταζόμενης περιόδου, υποκίνησε μια σταδιακή αλλά βαθιά εκπαιδευτική αλλαγή. Η εκκλησία χάνει τον απόλυτο έλεγχο και τον παρεμβατικό της ρόλο στα θέματα παιδείας, με αποκορύφωμα τα αυτοτελή και διοικητικά ανεξάρτητα πανεπιστήμια.
            Μέσα από μια ‘περιπλάνηση’ σε διαφορετικούς τύπους σχολών υποκινούμενους από διαφορετικές κοινωνικές και συντεχνιακές ανάγκες, η εκπαιδευτική δραστηριότητα ακουμπώντας στο πρόπλασμα εδραιωμένης γνώσης και κατάρτισης που προηγήθηκε, κατέληξε σε συγκεκριμένα σχήματα έκφρασης.
            Αυτό που θα αποδειχτεί σημαντικότερο για την ιστορική εξέλιξη, είναι ότι η εκπαίδευση αποτινάσει τον θεοκρατικό μανδύα τόσο στην εφαρμογή όσο και στη σύλληψη, αποκτώντας μια ανθρωποκεντρική πρακτική και χρηστική χροιά, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων πολιτικών, οικονομικών και άλλων αλλαγών που συντελούνται στην μεσαιωνική κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·    ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·   ΓΚΟΤΣΗΣ, Γ. και ΣΥΡΙΑΤΟΥ, Α. (2001), Δύο Θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού – Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·   NICHOLAS, D. (2000), Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/11651376/David-Nicholas-The-Evolution-of-the-Medieval-World (Σημ.: η αρίθμηση των σελίδων που παραπέμπονται διαφέρει από την αρίθμηση της έντυπης έκδοσης)
·  POWER, E. (2001), Η Κληρονομιά της Μάθησης - Ιστορία της Δυτικής Εκπαίδευσης, Κεφ. 6-7-8, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· ΡΑΠΤΗΣ, Κ. (1999), Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο Αιώνα, Τόμος Α’, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·  REBLE, A. (2003), Ιστορία της Παιδαγωγικής, Μτφ. Θ. Χατζηστεφανίδης, 6η Έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΑ.


© Ιωάννης Ζήσης 2010