"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



Από τον Σεπτέμβριο 2014 ο συντάκτης μετοικεί στο Hull της Μ.Βρετανίας ως διδακτορικός ερευνητής του University of Hull-School of Law & Politics.
Το παρόν blog δεν θα ανανεώνεται αλλά παραμένει ενεργό για χάρη των φίλων σπουδαστών του ΕΑΠ που μπορεί να βοηθηθούν από τις δημοσιευμένες εργασίες και τις βιβλιογραφικές πηγές στην εκπόνηση των δικών τους εργασιών.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

ΕΠΟ 31 (Ευρωπαϊκές Φυσικές Επιστήμες) - 3/2009

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΡΤΙΟΣ 2009

ΘΕΜΑ
«Σε τι βαθμό οι επιστημολογικές απόψεις που αναπτύχθηκαν τον 17ο αιώνα εκφράζουν την ακόλουθη θέση: ‘Οι επιστήμες μπορούν να περιγράψουν πλήρως τη φύση’; Αναφερθείτε στην προβληματική των Galilei, Bacon, Descartes & Locke.»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το θέμα πραγματεύεται την διατύπωση των θεωριών των στοχαστών που σηματοδοτούν το πέρασμα στην εποχή της επιστημονικής διανόησης. Ειδικότερα δε τους φυσικούς φιλοσόφους που αποτελούν υποδειγματικούς εκπροσώπους των σχολών σκέψης που επικράτησαν τον 17ο αι. δηλαδή του ορθολογισμού και του εμπειρισμού. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η άποψη αυτών των φιλοσόφων για την φύση και την αλληλεπίδραση της με την επιστήμη.
Προκειμένου να καταδειχτεί αυτή η σχέση, θα προηγηθεί σύντομη αναφορά στην θεώρηση της φύσης και των φυσικών φαινομένων όπως ίσχυε στα χρόνια πριν την Επιστημονική Επανάσταση. Θα επισημανθεί η διαφορετικότητα της αντιμετώπισης αυτών με άξονα τον πειραματισμό. Ακολούθως θα γίνει συμπυκνωμένη παρουσίαση του έργου του Γαλιλαίου με στόχο να εντοπιστούν οι βασικές του θέσεις για την φύση και κυρίως η μεθοδολογία προσέγγισής της, μιας και αποτέλεσε την αφετηρία ή το πρόπλασμα για το πέρασμα στη νέα εποχή αλλά και τον παροχέα των κατάλληλων μεθοδολογικών εργαλείων.
Πριν από την ανάλυση των θεωριών των βασικών εκπροσώπων ορθολογισμού & εμπειρισμού θα γίνει μια σύντομη αναφορά στις βασικές θέσεις των δύο ρευμάτων και θα τονιστεί για μια ακόμα φορά η διαφορετικότητα με την οποία προσεγγίζεται η έννοια της φύσης κατά την Επιστημονική Επανάσταση.
Στο κλείσιμο θα επιχειρηθεί μια επιμέρους κριτική των στοχαστών και θα διατυπωθεί ένα γενικό συμπερασμα σχετικά με τη συμβολή του καθενός από τη δική του σκοπιά. Από την αναλυτική καταγραφή των θέσεων των Μπέικον, Λοκ, Ντεκάρτ θα διαφανεί ότι τόσο αυτοί όσο και ο Γαλιλαίος, διατύπωσαν δομικές θεωρίες γύρω από την φύση, την γνώση και την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας που αποτέλεσαν τη βάση για την εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ: ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ & ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Η έννοια της επιστήμης με την σημερινή της μορφή είναι υπόθεση μερικών μόνο αιώνων. Οι αιώνες πριν τον 17ο χαρακτηρίζονται από την μελέτη των φυσικών φαινομένων υπό την κηδεμονία της μεταφυσικής, με προσανατολισμό θεωρητικό και λογοκεντρικό. Κεντρικό μέλημα των φυσικών φιλοσόφων αποτελούσε η διατύπωση κοσμολογικών θεωριών που δικαιολογούν τα δεδομένα των αισθήσεων. Η έννοια της ‘διπλής αλήθειας’ αποτέλεσε την πρώτη οπισθοχώρηση της θεολογικής αυθεντίας και γεννήθηκε για να δώσει το δικαίωμα να διερευνώνται τα φυσικά φαινόμενα με την ανθρώπινη λογική, μιας και η λογική αυτή είναι χάρισμα Θεού. (Βαλλιάνος, 2001: 21-26)
Με την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αι. οι φυσικοί φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τον Αριστοτέλη δίνοντας έμφαση στη χρήση μαθηματικών μετρήσεων και αναλύσεων, στην χρήση επιστημονικών υποθέσεων και κυρίως στην αναγκαιότητα της πειραματικής προσέγγισης των φυσικών φαινομένων ως μεθόδου επιβεβαίωσης αυτών των υποθέσεων. (Lindberg, 1997: 513-514)
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και γνωρίζοντας ότι ο 17ος αι. υπήρξε η κατεξοχήν περίοδος ρήξης και ανατροπής των αντιλήψεων για τα φυσικά φαινόμενα, για την γέννηση και εξέλιξη της φύσης αλλά και των μεθόδων εξερεύνησης των μυστικών της, καθίσταται σαφές ότι ένα από τα δομικά συστατικά που διαχωρίζουν τον μεσαίωνα από την νεότερη περίοδο, είναι η εμφάνιση μιας νέας έννοιας της φύσης. Η έννοια αυτή βρίσκεται πέρα και πάνω από τη σχολαστική φιλοσοφία και συνοδεύεται από ένα νέο πλαίσιο μεθόδων, που στάθηκαν ικανές να διαμορφώσουν νέες επιστημονικές πεποιθήσεις και πρακτικές και μια νέα αντίληψη για τη σχέση φύσης και επιστήμης. (Lindberg, 1997: 520-522)
Οι κατακτήσεις της πειραματικής μεθόδου από τον Γαλιλαίο και μετά, οδήγησαν την επιστήμη να αποτελέσει τον κινητήριο άξονα προόδου της κοινωνίας. Το φυσικό περιβάλλον νοείται υπό το πρίσμα της βέλτιστης χρήσης του προς εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών. Οι τεχνολογικές βελτιώσεις αυξάνουν τον υλικό πλούτο και το βιοτικό επίπεδο. Έτσι η επιστήμη σταδιακά αντικατέστησε τη θρησκεία ως εγγυητής προόδου και ευημερίας. Αποβάλλοντας την εξάρτηση από την μεταφυσική και τη φιλοσοφία, η επιστήμη αναλαμβάνει τον καθορισμό της νομοτέλειας του φυσικού γίγνεσθαι. Η φιλοσοφία κατά συνέπεια μετασχηματίζεται σε επιστημολογία, με αποστολή την περιγραφή του τρόπου που λειτουργεί η ανθρώπινη λογική και ο νους για την παραγωγή επιστημονικής αλήθειας. (Βαλλιάνος, 2001: 89&91-93)
Στα πλαίσια αυτά αναπτύχθηκαν δύο βασικές αντιμαχόμενες προσεγγίσεις της επιστήμης, ο ορθολογισμός και ο εμπειρισμός. Η αντιπαράθεσή τους αφορά τη σχέση της φύσης και της γνώσης, με την εμπειρία από τη μια και με τον λόγο από την άλλη. Ο ορθολογισμός τονίζει τον κεντρικό ρόλο που έχει το λογικό στη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης, σε αντιδιαστολή με τον εμπειρισμό που προβάλει την αναγκαιότητα της αισθητηριακής παρατήρησης στη διανοητική θεώρηση. Ο εμπειριστής, αναζητά τη σύνδεση των περιεχομένων του νου και την απόκτηση της γνώσης μέσα από την αισθητηριακή εμπειρία και την παρατήρηση. Ο ορθολογιστής, υποστηρίζει ότι πηγή γνώσης και αλήθειας είναι ο ορθός λόγος γιατί μπορεί να υπερβαίνει την εμπειρία και να μην περιορίζεται από τα δεδομένα της. (Woolhouse, 2003: 10-11)
Μεγάλοι φιλόσοφοι και στοχαστές της εποχής επηρεάστηκαν λιγότερο ή περισσότερο από την μία ή την άλλη προσέγγιση της επιστήμης και κατατάχθηκαν για ιστορικούς κυρίως λόγους σε κάθε ένα από τα ρεύματα. Η κατηγοριοποίηση αυτή μάλλον αποτελεί μεταγενέστερη προσπάθεια ανεύρεσης προτύπων εν μέσω μιας καταιγιστικής ροής ιδεών. Ο Μπέικον και ο Λοκ ως εκφραστές της εμπειρικής τάσης και ο Ντεκαρτ ως εκφραστής της ορθολογικής τάσης, αποτελούν βασικούς εκπροσώπους των δύο ρευμάτων. (Cottingham, 2003: 15-16)

Ο ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΩΣ ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
Ο Γαλιλαίος αποτέλεσε τον πιο σημαντικό ίσως πρώιμο εκπρόσωπο της νέας επιστημονικής συλλογιστικής. Η μεγαλύτερη επιστημονική συνεισφορά του ήταν στην μηχανική όπου εισήγαγε νέες έννοιες όπως ταχύτητα, επιτάχυνση, αδράνεια και σχετική κίνηση, θέτοντας τις βάσεις για την μετέπειτα εξέλιξη της θεωρίας από τον Νεύτωνα, εξίσου σημαντική εξέλιξη όμως αποτελεί ότι για να καταστήσει κατανοητές αυτές τις νέες έννοιες, χρησιμοποίησε παραδείγματα και πειράματα, είτε πραγματικά είτε νοητικά. (Chalmers, 1994: 114-115)
Επηρεασμένος από το πέρασμά του από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα και την υιοθέτηση της ‘ευρετικής διαδικασίας’, δημιούργησε το υπόστρωμα της μηχανιστικής ερμηνείας της φύσης, όπου η μαθηματική απόδειξη συνθέτει και αναλύει τα ευρήματα της πειραματικής διαδικασίας. Η υπαγωγή του καθαρού λόγου στην αισθητή εμπειρία, μέσα από μια μεθοδική και συχνά μαθηματική διαδικασία, αποτελεί ένα νέο τύπο προσέγγισης της φυσικής. (Βαλλιάνος, 2001: 46-49)
Η φύση μέσα από τα μάτια του Γαλιλαίου ήταν μια φύση αντικειμενική και απογυμνωμένη από τις ανθρώπινες συσχετίσεις και τα αισθήματα. Η επικοινωνία μέσα σε αυτήν γίνεται με τη γλώσσα των μαθηματικών χωρίς καμία μυστικιστική διάθεση. Η αναγωγή της φύσης σε πρωτεύουσες αντικειμενικές ιδιότητες σχήμα, αριθμό, κίνηση αποξενώνει την επιστήμη από την ηθική, την μαθηματική σχέση από την ποιοτική διαδικασία, την ποσότητα και την μέτρηση από την ερμηνεία και το νόημα. (Gillispie, 1994: 46-48)
Η στάση του αυτή προκάλεσε τη ρήξη με την παράδοση, καθώς αντιμετώπιζε τις παρατηρήσεις και τα πειράματα ως γεγονότα που δεν στηρίζονται σε μια προϋπάρχουσα ιδέα. Για τον Γαλιλαίο δεν έχει σημασία αν η παρατήρηση εναρμονίζεται με κάποια υφιστάμενη παραδοχή. Σημασία έχει το πειραματικό αποτέλεσμα να γίνει αποδεκτό ως βάση για να οικοδομηθεί η θεωρία εκείνη που θα το επιβεβαιώνει. (Chalmers, 1994: 1)
Ο Γαλιλαίος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος συστηματικός πειραματιστής στην ιστορία της φυσικής. Τα διανοητικά του επιτεύγματα έκοψαν οριστικά τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε την φυσική επιστήμη με τις μεταφυσικές δοξασίες. Επιστημολογικά, ο Γαλιλαίος αποτελεί ένα κρίσιμο ιστορικό ορόσημο, που σηματοδοτεί την γέννηση μιας εποχής όπου η επιστήμη χειραφετείται και η διαδικασία παραγωγής γνώσης και αναζήτησης της αλήθειας συγκροτείται ως αυτόνομη δραστηριότητα. (Βαλλιάνος, 2001: 32 & 49)
Υπό αυτή την έννοια, ο Γαλιλαίος αποτέλεσε κίνητρο για πολλούς στοχαστές της Επιστημονικής Επανάστασης που θεώρησαν την ‘εμπειρία’ ως κατεξοχήν πηγή της γνώσης και ότι μοναδικός τρόπος για να κατανοήσουμε τη φύση, είναι να απευθυνθούμε απευθείας σε αυτήν. (Chalmers, 1994: 2)

Η ΣΧΕΣΗ ΦΥΣΗΣ-ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΕΙΚΟΝ ΣΤΟΝ ΛΟΚ
Ο στοχαστής που πρώτος σαλπίζει την έναρξη της νέας επιστημονικής εποχής είναι ο Άγγλος Φράνσις Μπέικον. Ο Μπέικον υπήρξε προπαγανδιστής της επιστήμης και της γνώσης και κήρυκας της νέας γνωστικής μεθόδου, της εμπειρικής επαγωγής που χτίζει θεωρητικές γενικεύσεις πάνω στη βάση επιμέρους εμπειρικών δεδομένων. Τα κείμενα του δείχνουν μια μονόπλευρη και διαρκή εμμονή στη γνώση και τη μάθηση για όλους τους πιθανούς τομείς και με όλους του δυνατούς τρόπους. (Woolhouse, 2003: 22-24 και Βαλλιάνος, 2001: 94)
Ο Μπέικον στο έργο του προχώρησε σε ταξινομήσεις των γνωστικών κλάδων και επιστημών. Διαιρεί καταρχάς τη γνώση σε ‘κατ’ έμπνευσιν θεολογία’ και φιλοσοφία, τη φιλοσοφία σε φυσική θεολογία, γνώση του ανθρώπου και φυσική φιλοσοφία, τη φυσική φιλοσοφία σε μεταφυσική και φυσική, κλπ. Ταυτόχρονα, συνέταξε εκθέσεις μεθόδων με τις οποίες η γνώση μπορεί να αποκτηθεί, καταγραφεί, διαφυλαχτεί και διαδοθεί. Η διαίρεση της γνώσης σύμφωνα με το Μπέικον βασίζεται στην ιδέα ότι όλη η γνώση είτε προέρχεται από τη θεία αποκάλυψη ή προκύπτει από τις αισθήσεις. (Woolhouse, 2003: 25-26)
Οι αναφορές του στην ‘κατ’ έμπνευσιν θεολογία’ είναι περιορισμένες αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι αισθήσεις αποτελούν την πηγή όλης της γνώσης που κατέχουμε. Η ανθρώπινη γνώση λοιπόν προκύπτει από τις αισθήσεις και διαιρείται σε γνώση του Θεού, του ανθρώπου και της φύσης. Όμως η γνώση από μόνη της δεν έχει αξία εάν δεν μεταφράζεται σε ισχύ επί των αντικειμένων και μάλιστα με τρόπο ωφέλιμο για την κοινωνία. Άρα στόχος της διανοητικής δραστηριότητας πρέπει να είναι ο έλεγχος της φύσης. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει το μυαλό να απελευθερωθεί από τα ‘Είδωλα’ δηλαδή τις εσφαλμένες ιδέες και μεθόδους που πολιορκούν το μυαλό: τα είδωλα της Φυλής, του Σπηλαίου, της Αγοράς και του Θεάτρου. Δηλαδή τρόπους σκέψης που είτε προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη φύση, είτε είναι διανοητικά σφάλματα και προκαταλήψεις ή επιρροές και εσφαλμένες μέθοδοι απόκτησης της γνώσης. (Woolhouse, 2003: 26 & 29-30)
Η φύση είναι περίπλοκη και η γνώση είναι δύσκολο να κατακτηθεί όμως τελικά αυτό που φράσσει το δρόμο της επιτυχίας είναι η αδυναμία να χρησιμοποιηθούν οι κατάλληλες διαδικασίες. Καθεμία από τις εσφαλμένες μεθόδους σχετίζεται με το έναν ή τον άλλο τρόπο με την εμπειρία. Το σφάλμα τους ή η ορθότητά τους εξαρτάται από το πώς συνδέονται ή σχετίζονται μ’ αυτήν. (Βαλλιάνος, 2001: 95 και Woolhouse, 2003: 29)
Το παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί θεωρητική διατύπωση του εμπειρισμού. Ο Μπέικον δεν υποστηρίζει κάποιου είδους θεωρητική άποψη σύμφωνα με την οποία όλη η γνώση μας προέρχεται από την εμπειρία, ούτε αναλώνεται με το πώς η διάδραση κόσμου και αισθήσεων καταλήγει στις ιδέες και τη γνώση. Ο εμπειρισμός του είναι περισσότερο μεθοδολογικός και αφορά την έμφασή του στην εμπειρική γνώση και την συστηματική μέθοδο ανάπτυξης της. Είναι εμπειριστής ως προς την επιμονή του ότι η φυσική φιλοσοφία οφείλει να μη στηρίζεται μόνο στις δυνάμεις του νου. (Woolhouse, 2003: 27 & 30)
Αυτός που συστηματοποίησε τη γνωσιολογία του εμπειρισμού είναι ο Λοκ. Η παραδοχή του είναι ότι τα όρια της γνώσης συμπίπτουν με αυτά της εμπειρίας. Τα αισθητήρια όργανα είναι οι δίαυλοι εισροής πληροφοριών και χωρίς αυτά ο νους θα ήταν άγραφο χαρτί. Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες και ο νους δεν είναι αποκομμένος από το σώμα αφού επεξεργάζεται το υλικό των αισθήσεων. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος είναι ένα φυσικό ον με διανοητικές δυνάμεις που εξασφαλίζουν την επιβίωση και την πρόοδο. Η διάνοια επεξεργάζεται με τη μέθοδο της συνδυαστικότητας τα μεμονωμένα αισθητηριακά δεδομένα και παράγει προτάσεις που περιγράφουν τον κόσμο και τη φύση. (Βαλλιάνος, 2001: 111-112)
Υπάρχουν απλές ιδέες που καταγράφουν τις βασικές ιδιότητες του φυσικού κόσμου και του εαυτού μας και η συνένωσή τους σχηματίζει τις σύνθετες ιδέες που απαρτίζουν την καθημερινότητα μας. Η αναγνώριση των επιμέρους συνθετικών μέσω της εμπειρικής αναγωγής διαμορφώνει το υλικό της γνωστικής διαδικασίας, τις ιδέες του νου. Κάθε ιδέα αποτελεί μια μικρή απεικόνιση των ιδιοτήτων του φυσικού περιβάλλοντος. Δημιουργείται όμως το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στις ιδέες και τα υλικά όντα και μήπως η γνώση που παράγει ο νους αποτελεί φαντασίωση. Ο Λοκ χρησιμοποιεί τη διάκριση πρωτογενών και δευτερογενών ιδιοτήτων για να υποστηρίξει ότι η εμπειρία διορθώνει μια προγενέστερη εμπειρία. (Βαλλιάνος, 2001: 112-113)
Τα δεδομένα των αισθήσεων είναι θεμέλιο της επιστήμης επειδή οι πρωτογενείς ιδιότητες των σωμάτων περιγράφουν τη δομή του φυσικού όντος. Η μέτρηση των ποσοτικών χαρακτηριστικών επιτρέπει το σχηματισμό μιας θεωρητικής εικόνας του φυσικού συστήματος κοντά στην αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτή η εικόνα δοκιμάζεται καθημερινά και επιβεβαιώνεται άρα δεν αποτελεί φαντασία. Ο κόσμος είναι μια αιτιακή διαπλοκή ύλης που υπάρχει έξω από την συνείδηση μας και καθορίζει το περιεχόμενο του νου. Η αιτιότητα είναι στη φύση και τα σώματα επενεργούν μεταξύ τους με καθορισμένο τρόπο αφήνοντας μια απεικόνιση στην ανθρώπινη συνείδηση. (Βαλλιάνος, 2001: 113)
Για τον Λοκ η επιστήμη είναι αυστηρά περιγραφική. Διδάσκει πως λειτουργεί η εμπειρία αλλά όχι γιατί είναι αναγκαίο να λειτουργεί έτσι και όχι κάπως αλλιώς. Η πραγματική ουσία των πραγμάτων είναι κάτι που κρύβεται πίσω από την εμφάνισή τους και συγκρατεί μονάχα το πλέγμα των ιδιοτήτων που παρατηρούμε. Ο Λοκ αμφισβητούσε αν ο άνθρωπος θα κατόρθωνε ποτέ να ανακαλύψει τις κρυμμένες δομές που παρέχουν γνώση των καθολικών αληθειών για τα φυσικά σώματα. Πιστεύει όμως στην ύπαρξη αυτών των δομών και ότι αν μπορούσαμε να τις ανακαλύψουμε θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε και να ερμηνεύσουμε τις σχέσεις που επικρατούν στην φύση. (Cottingham, 2003: 28 και (Βαλλιάνος, 2001: 114)

Η ΣΧΕΣΗ ΦΥΣΗΣ-ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΤΕΚΑΡΤ
Ο Γάλλος φιλόσοφος Ντεκάρτ, ο ορθολογιστής με την μεγαλύτερη αίγλη, άσκησε καθοριστική επιρροή στο δυτικό κόσμο μέσα από μια επιστημονική προσέγγιση διαφορετική από τον επαγωγισμό του Μπέικον. Αφετηρία του είναι ότι η εμπειρία δεν μπορεί να αποτελεί θεμέλιο για την κατανόηση της φυσικής νομοτέλειας άρα η επαγωγική μέθοδος που στηρίζεται στις αισθήσεις είναι ανεπαρκής και αναξιόπιστη. Θεωρεί τις ιδιότητες των σωμάτων που μπορούμε να αντιληφθούμε ως δευτερογενείς εξαρτώμενες από τη φυσική τους κατάσταση και ως πρωταρχικές μόνο εκείνες που μπορούν να εκφραστούν μέσω της γεωμετρίας και υπόκεινται σε ποσοτικές μετρήσεις. Κατά συνέπεια πραγματεύεται το φυσικό νόμο ανεπηρέαστος από τις παρεμβολές της εμπειρίας, με τη μεθοδική χρήση του λογικού. (Βαλλιάνος, 2001: 99-101)
Ο Ντεκαρτ θεωρούσε τα σχολαστικά κείμενα σκοτεινά επειδή αδυνατούσαν να δουν ότι η βεβαιότητα δεν βρίσκεται στις αισθήσεις αλλά στην νόηση. Σε αντίθεση με την άκριτη εμπιστοσύνη στα αισθητήρια όργανα ο Ντεκαρτ προτείνει το ιδεώδες της τέλειας γνώσης, αυτής που παράγεται από τα πρώτα αίτια. Η μέθοδός της λογικής παραγωγής συνίσταται στην ανάλυση ενός προβλήματος με αναγωγή του στα απλούστερα ουσιώδη στοιχεία του ώσπου να φτάσουμε σε αυταπόδεικτες προτάσεις που να παίζουν τον ρόλο των αξιόπιστων αρχών ή σημείων αφετηρίας. Τέτοιες προτάσεις για τον Ντεκαρτ δεν μπορούν να είναι άλλες από αυτές που βρίσκονται στο τέρμα μιας μακράς αλυσίδας παραγωγικού συλλογισμού. Ο Ντεκαρτ υποστηρίζει ότι τα συμπεράσματά μας μπορούν να κατέχουν την ίδια βεβαιότητα με τα σημεία αφετηρίας αρκεί να προχωράμε αργά με σαφή και καθαρά συλλογιστικά βήματα.(Cottingham, 2003: 62 & 66)
Χρησιμοποιώντας την αναλυτική αμφιβολία και την αναλυτική μέθοδο για να αναζητήσει την καθαρή αλήθεια, ο Ντεκάρτ αναγνωρίζει τρεις υποστάσεις. Ο Θεός είναι η μοναδική αυταίτια υπόσταση και το αναγκαίο ον που αποτελεί αρχή του φυσικού νόμου. Ο ίδιος ο εαυτός μας αποτελεί την δεύτερη υπόσταση ως το νοούν πράγμα, ενώ το ανθρώπινο σώμα, η ύλη αποτελεί την τρίτη υπόσταση. Ο άνθρωπος υπάρχει όχι μέσα από το σώμα αλλά μέσα από την διάνοιά του. Το ‘σκέφτομαι άρα υπάρχω’ ως συμπέρασμα της μεθόδου λογικής παραγωγής επιβεβαιώνει αυτόν τον διαχωρισμό και κατευθύνει εμφατικά την επιστήμη στην περιγραφή των φυσικών φαινομένων όπως είναι, πέρα από κρίσεις και υποκειμενισμούς (Βαλλιάνος, 2001: 100-101)
Ο Ντεκάρτ διατύπωσε ένα ιδεώδες επιστημονικής εξήγησης όπου οι λόγοι των φαινομένων συνάγονται από αναμφισβήτητες κοινές αλήθειες. Πίστευε σε ένα σύμπαν ορθολογικά δομημένο όπου κάθε γεγονός βρίσκει τη θέση του στο σύνολο και συνέχισε να επικαλείται το ιδεώδες της συστηματικής ενοποίησης σε όλη του την πορεία. Παρατήρησε ότι για πολλά φαινόμενα πρέπει να αρκούμαστε σε απλές πιθανές εξηγήσεις αν δεν διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Η θεωρία του κατακύρωσε τελεσίδικα την μηχανιστική αντίληψη στην νεότερη επιστήμη και διαμόρφωσε ένα σύστημα φυσικής σκέψης ανταγωνιστικό στη νευτώνεια μηχανική. (Cottingham, 2003: 24 & 26 και Βαλλιάνος, 2001: 103)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η έμφαση που έδωσε ο Μπέικον στο πείραμα διαμόρφωσε την φυσιογνωμία της επιστήμης με έντονο τρόπο ώστε η σύγχρονη επιστήμη να καταστεί συνώνυμη της πειραματικής επιστήμης. Ο πειραματισμός του Μπέικον κάνει τον ερευνητή ελεγκτή της διαδικασίας τεχνητής αναπαραγωγής της φύσης. Ο Μπέικον όμως δεν πέτυχε να συστηματοποιήσει τον εμπειρισμό γιατί δεν εισήλθε στην θεωρητική κατανόηση της ανάγκης του πειράματος, ούτε επεξεργάστηκε συστηματικά τη μέθοδο εξαγωγής γνώσης από τις αισθήσεις. Η θεωρία του αποτελεί μια πρώιμη μονάχα εκδοχή του εμπειρισμού και η επιστημονικότητά του ήταν περισσότερο μια πολιτισμική στάση που δεν αντικατοπτρίζει την επιστημονική πρακτική. (Gillispie, 1994: 77-78 και Βαλλιάνος, 2001: 97 & 111)
Ο Λοκ με τη θεωρία του απορρίπτει τον στόχο της επιστήμης όπως τον έθεσε ο Μπέικον δηλαδή τη διάγνωση των θεμελιωδών φυσικών μορφών. Η επιστήμη εμφανίζεται πλέον ως ατελής δραστηριότητα περιορισμένη από τις αδυναμίες του ανθρώπινου νου. Η γνώση που παράγεται είναι η καλύτερη δυνατή πλην όμως πιθανολογική και όχι το ίδιο βέβαιη όπως οι μαθηματικές αλήθειες. Ο Λοκ εγκαθιστά έτσι έναν σκεπτικισμό ως προς την εμβέλεια της επιστήμης χωρίς να παραγνωρίζει την αναγκαιότητα του πειραματισμού για την εύρεση της αλήθειας στην φύση. Αυτή η επιστημολογική ταπεινοφροσύνη του Λοκ για την αυτοσυγκράτηση του νου, είναι η πολύτιμη κληρονομιά του. (Βαλλιάνος, 2001: 114-115)
Ο καρτεσιανισμός απέτυχε ως φυσική θεωρία γιατί η αδυναμία αναγνώρισης του πειράματος ως κριτήριο εγκυρότητας των υποθέσεων της θεωρίας, δεν συμβιβάζει κατάλληλα την θεωρία με την υλική πραγματικότητα. Η φιλοσοφική σκέψη του Ντεκάρτ είναι ιδιαίτερα δογματική και μαθηματικογενής και αδυνατεί να ορίσει επαρκώς τον φυσικό νόμο. Αποτυγχάνει ως φυσική θεωρία γιατί αδυνατεί να κατανοήσει τη σχέση πειράματος-θεωρίας και δεν επιτρέπει την αντίληψη της φύσης ως ένα σύνολο δυναμικών μετασχηματισμών και δράσεων. Ο διαχωρισμός πνεύματος-ύλης δεν εξηγεί πως οι πράξεις του νου προκαλούν ορατά αποτελέσματα στη φυσική ζωή. (Βαλλιάνος, 2001: 104 & 107)
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πρόοδος της επιστήμης τον 17ο αι. κατέστησε πραγματική την μεθοδολογική και θεσμική της αυτοτέλεια. Η απελευθέρωση του φυσικού νόμου από τα δεσμά της θρησκείας οδηγεί τον επιστήμονα σε νέα διανοητικά επίπεδα αναζήτησης. Ως θεματοφύλακας της προόδου ο επιστήμονας είτε είναι ορθολογιστής είτε εμπειριστής, διατυπώνει σκέψεις και μεθόδους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα οδηγούν στη γενίκευση της επιστημονικής μεθοδολογίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάποια πλευρά προσέγγισε την πλήρη αλήθεια σε πολύ μεγαλύτερο εύρος από την άλλη. Η πλήρης περιγραφή της φύσης από την επιστήμη εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο.
Συμπερασματικά, παρά τις φαινομενικές αντιθέσεις των στοχαστών και την αδόκιμη ίσως κατάταξή τους σε αντίπαλα ‘στρατόπεδα’, το στοχαστικό τους οικοδόμημα αποτελεί συνδυαστικά τη θεωρητική βάση για την προσέγγιση και κατανόηση της φύσης από τον άνθρωπο. Η σύνθεση των ορθολογικών και εμπειριστικών θεωρήσεων που θα ακολουθήσει από τον Καντ τον 18ο αι. αποτελεί μια σχετική προς αυτό επιβεβαίωση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Βαλλιάνος Π., 2001, Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη - Εγχειρίδιο Μελέτης (Τόμος Β’), Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
2. Chalmers A., 1994, Τι Είναι Αυτό που το Λέμε Επιστήμη, μετάφρ. Γ. Φουρτούνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.
3. Cottingham J., 2003, Φιλοσοφία της Επιστήμης - Τόμος Α’: Οι Ορθολογιστές, μεταφρ. Σ. Τσούρτη, Εκδόσεις ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ, Αθήνα.
4. Gillispie C. C., 1994, Στην Κόψη της Αλήθειας. Η Εξέλιξη των Επιστημονικών Ιδεών από τον Γαλιλαίο ως τον Einstein, μεταφρ. Δ. Κούρτοβικ, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα.
5. Lindberg D.C., 1997, Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης : Η Ευρωπαϊκή Επιστημονική Παράδοση σε Φιλοσοφικό, Θρησκευτικό και Θεσμικό Πλαίσιο, 600 πΧ – 1450 μΧ, μεταφρ. Η. Μαρκολέφας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα.
6. Woolhouse R. S., 2003, Φιλοσοφία της Επιστήμης - Τόμος Β’: Οι Εμπειριστές, μεταφρ. Σ. Τσούρτη, Εκδόσεις ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ, Αθήνα.


© Ιωάννης Ζήσης 2009

ΕΠΟ 31 (Ευρωπαϊκές Φυσικές Επιστήμες) - 2/2009

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2009

ΘΕΜΑ
«Η συνεισφορά των Κοπέρνικου, Κέπλερ και Γαλιλαίου έγκειται αφενός στο ότι επέφεραν την αλλαγή του κοσμολογικού μοντέλου, αφετέρου δε στο ότι το έργο τους διαφοροποίησε τη σχέση ανάμεσα στην Θεολογία και την Επιστήμη. Αναλύστε.»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το θέμα πραγματεύεται την διατύπωση των θεωριών του Κοπέρνικου, του Κέπλερ και του Γαλιλαίου και τη σημασία αυτών στη βάση δύο κεντρικών αξόνων στοχασμού, της κοσμολογίας και της σχέσης επιστήμης και θεολογίας.
Αρχικά, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στην επικρατούσα επιστημονική σκέψη του ύστερου μεσαίωνα και στο βασικό κοσμολογικό μοντέλο που είχε εγκαθιδρυθεί και ίσχυε για αιώνες. Ακολούθως, μέσα από μια συνδυαστική και εξελικτική παρουσίαση των απόψεων των προαναφερθέντων μεγάλων στοχαστών, θα παρουσιαστεί το νέο κοσμολογικό μοντέλο που υποστήριξαν και οι βασικές αρχές που το διέπουν. Θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στα σημεία εκείνα που η κοσμολογία τους αποκόπτεται παντελώς από την προγενέστερη επιστημονική γνώση, σηματοδοτώντας το πέρασμα σε μια νέα εποχή και σχολή επιστημονικής σκέψης.
Εν συνεχεία θα παρουσιαστεί το καθεστώς που διέπει την θεολογική και επιστημονική σκέψη σε χρονολογική σειρά από το μεσαίωνα έως και την μετάβαση στο ηλιοκεντρικό μοντέλο και θα εντοπιστούν οι επιπτώσεις που υπήρξαν για την σχέση της θεολογίας-επιστήμης.
Κλείνοντας θα διατυπωθούν τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την μελέτη του φαινομένου της Επιστημονικής Επανάστασης και θα συνοψιστούν τα δυναμικά εκείνα χαρακτηριστικά που την καθιστούν κομβικό σημείο για την εξέλιξη της επιστήμης ως τις μέρες μας.

Η ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΣΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Το εννοιολογικό πλαίσιο του ύστερου μεσαίωνα μέσα στο οποίο διατυπώνονταν τα κρίσιμα επιστημονικά ερωτήματα ήταν ένα κράμα πλατωνικής, αριστοτελικής και χριστιανικής σκέψης. Η κληρονομιά των ελληνικών, λατινικών και αραβικών μεταφράσεων του μεσαίωνα διαμόρφωσαν εν πολλοίς την επικρατούσα φιλοσοφία. Η αριστοτελική φιλοσοφία αποτέλεσε πυλώνα της σκέψης σε μια κατάσταση συνεχούς κριτικής και αμφισβήτησης που καθιστούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη με την χριστιανική σκέψη μέσα από ένα συνθετικό πλαίσιο αναφοράς. Στο βαθμό που η χριστιανική σκέψη βοηθούσε στην εξήγηση πολλών φαινομένων δεν υπήρχε λόγος το πλαίσιο αυτό να εγκαταλειφθεί. (Lindberg, 1997: 516-518)
Το κοσμολογικό μοντέλο της μεσαιωνικής Ευρώπης πρέσβευε ότι η Γη βρισκόταν στο κέντρο του πεπερασμένου σύμπαντος και ο Ήλιος, οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες περιφέρονται γύρω της. Πρόκειται για το κατεξοχήν αριστοτελικό κοσμολογικό μοντέλο που εμπλουτίστηκε από τις αστρονομικές παρατηρήσεις του Πτολεμαίου για τις τροχιές των πλανητών. Το αριστοτελικό σύμπαν αποτελείται από την υποσελήνια μεταβαλλόμενη και φθοροποιό γήινη περιοχή και την υπερσελήνια άφθαρτη περιοχή του αιθέρα. Κάθε γήινο αντικείμενο είχε μια φυσική θέση ανάλογη της σύνθεσης στοιχείων που το αποτελούν και μια φυσική ή εξαναγκασμένη ευθύγραμμη κίνηση. Τα υπερσελήνια σώματα είναι άφθαρτα και αιθέρια, περιστρεφόμενα γύρω από το κέντρο του σύμπαντος σε τέλειους κύκλους. (Chalmers, 1994: 107-108 & Καβύρης, 2008)
Στα σημεία που η αριστοτελική σκέψη ‘έπεφτε’ πάνω στην χριστιανική δημιουργήθηκαν οι αφορμές για κριτική και έλεγχο της πρώτης και ‘διορθώσεις’ ή υιοθέτηση αντι-αριστοτελικών απόψεων όπως με την καταδίκη του 1277. Όμως και από μόνη της η αριστοτελική θεωρία άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης καθώς ερχόταν σε σύγκρουση με τον τρόπο που γινόταν αντιληπτός ο κόσμος από τους μεσαιωνικούς φυσικούς όπως πχ. με τη θεωρία για την ύλη, τη μορφή και την ουσία. Έτσι η θεωρία της κίνησης δέχτηκε αναθεώρηση και εφαρμόστηκαν ποσοτικές τεχνικές στα προβλήματα κινηματικής και δυναμικής. Παρά την κριτική όμως η οποία ήταν κυρίως αποσπασματική και όχι συνολικά καταδικαστική, οι αριστοτελικές αρχές παρέμεναν ζωντανές τον ύστερο μεσαίωνα μέσα σε ένα κριτικό κλίμα ελέγχου που προετοίμασε το έδαφος για την συνολική κριτική και απόρριψη του Αριστοτέλη στα νεότερα χρόνια. (Lindberg, 1997: 519-520)

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΟΥ ΗΛΙΟΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ
Η ανάγκη για αντιμετώπιση μερικών πρακτικών προβληματων σχετιζόμενων με τα ουράνια φαινόμενα όπως η αναξιοπιστία του Ιουλιανού ημερολογίου, αποτέλεσε αφορμή για την ανακίνηση της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Στα μέσα του 16ου αι. (1543 η πρώτη δημοσίευση) ο Πολωνός αστρονόμος Κοπέρνικος διαμόρφωσε ένα καινούργιο αστρονομικό σύστημα στο οποίο η Γη ήταν κινούμενη σε περιφορά γύρω από τον Ήλιο μαζί με τους πλανήτες. Συγκεκριμένα το κέντρο της Γης έπαψε να ταυτίζεται με το κέντρο του σύμπαντος και το ‘στερέωμα’ θεωρήθηκε ακίνητο σε έκταση πέρα και από την απόσταση Γης-Ηλίου. Ο δε Ήλιος παρέμενε ακίνητος και έδινε την αίσθηση ότι μετακινείται επειδή ακριβώς η Γη περιστρέφεται γύρω του. Αυτή η θεώρηση ανατρέπει εκ βάθρων το αριστοτελικό-πτολεμαϊκό σύστημα τοποθετώντας εκ νέου τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν. (Βαλλιάνος, 2001: 27)
Αμέσως διατυπώθηκαν πολλά επιχειρήματα έναντι της κοπερνίκειας αστρονομίας βασισμένα στην μέχρι τότε επιστημονική γνώση. Ο Κοπέρνικος διαποτισμένος ο ίδιος από την αριστοτελική μεταφυσική δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά σε όλα όπως πχ. γιατί δεν εκτινάσσονται τα διάφορα αντικείμενα από την περιστρεφόμενη Γη ή γιατί μια πέτρα που πέφτει κάθετα από ψηλά δεν πέφτει σε απόσταση από το σημείο εκκίνησης εφόσον η Γη κινείται. (Chalmers, 1994: 106 & 108-109)
Η θεωρία του Κοπέρνικου παρά τις αδυναμίες της ήταν θελκτική γιατί εξηγούσε με απλούστερο και λιγότερο τεχνητό τρόπο τα χαρακτηριστικά της κίνησης των πλανητών σε αντίθεση με την πτολεμαϊκή θεωρία. Ο Κοπέρνικος αναγκάστηκε και αυτός να χρησιμοποιήσει επίκυκλους για να συμβιβάσει τις επίγειες παρατηρήσεις με την θεωρία όμως η μαθηματική έκφραση της κοπερνίκειας θεωρίας ήταν αυτή που την κατέστησε πλεονεκτούσα έναντι της πτολεμαϊκής. (Chalmers, 1994: 110)
Ο Γαλιλαίος ήταν πιθανότατα ο επιστήμονας τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην υποστήριξη της κοπερνίκειας κοσμολογίας. Με τη συστηματική χρήση του τηλεσκοπίου διαλεύκανε τα παρατηρησιακά δεδομένα που ο Κοπέρνικος δυσκολευόταν να εξηγήσει όπως η σταθερότητα του μεγέθους Άρη και Αφροδίτης στη διάρκεια του έτους. Επιπλέον διατύπωσε μια μηχανική θεωρία που αντικατέστησε την αριστοτελική και εξουδετέρωσε τα επιχειρήματα εναντίον του Κοπέρνικου. Οι κρατήρες και τα βουνά της Σελήνης που κατέρριπταν την άφθαρτη υπερσελήνια εκδοχή, τα μεταβαλλόμενα μεγέθη Άρη και Αφροδίτης στις διάφορες φάσεις τους, οι κινούμενοι δορυφόροι του Δία, ήταν μερικές μόνο παρατηρήσεις που επιβεβαίωναν τον Κοπέρνικο και ακύρωναν τους επικριτές του και την αριστοτελική κοσμολογία. (Chalmers, 1994: 111-112 & Βαλλιάνος, 2001: 31 & Μπούρας, 2007)
Όμως και οι παρατηρήσεις του Γαλιλαίου μπορούσαν να επιδεχτούν αμφισβήτηση ως προς την αξιοπιστία των οπτικών ιδιοτήτων του τηλεσκοπίου. Σε αυτό έρχεται να συμβάλει ο Κέπλερ που στις αρχές του 16ου αι. επινόησε την οπτική θεωρία που υποβάθμισε την σημασία των τηλεσκοπικών αλλοιώσεων της μεγεθυμένης εικόνας. Η δικαιολόγηση των ευρημάτων του Γαλιλαίου επήλθε σταδιακά με την βελτίωση του τηλεσκοπίου και την εξέλιξη της οπτικής θεωρίας του Κέπλερ που επεξηγούσε τη λειτουργία του. (Chalmers, 1994: 112-113)
Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Γαλιλαίου ήταν η εργασία του πάνω στην μηχανική γιατί έθεσε τις βάσεις για την εξέλιξη της θεωρίας από τον Νεύτωνα. Διέκρινε την ταχύτητα από την επιτάχυνση, απέρριψε την αριστοτελική σύνδεσης κίνησης και αιτίας και πρότεινε τον νόμο της αδράνειας, ανέλυσε την κίνηση των βλημάτων στις συνιστώσες δυνάμεις που ασκούνται και ανέπτυξε την έννοια της σχετικής κίνησης. Για να καταστήσει κατανοητές τις νέες έννοιες χρησιμοποίησε παραδείγματα και πειράματα είτε πραγματικά είτε νοητικά. Παρόλα αυτά δεν θεωρείται ότι επινόησε μια νέα αστρονομία αλλά ότι αφιερώθηκε στην ενίσχυση της κοπερνίκειας κοσμολογίας. (Chalmers, 1994: 114-115)
Ο Γερμανός αστρονόμος Κέπλερ ήταν συνεργάτης του Δανού Τύχο Μπράχε που στα τέλη του 16ου αι. έκανε πλήθος σημαντικών παρατηρήσεων που κατέρριπταν την αριστοτελική θεωρία περί της υπερσελήνιας αέναης τέλειας κίνησης και συνέταξε αναλυτικούς αστρονομικούς πίνακες. Βασισμένος στις μετρήσεις και καταγραφές του Μπράχε κατέληξε στη διατύπωση των τριών νόμων του για την πλανητική κίνηση γύρω από τον ήλιο. Η σημαντική συνεισφορά του είναι ότι ανακάλυψε πως κάθε πλανητική τροχιά μπορεί να παρασταθεί με έλλειψη (πρώτος νόμος) πράγμα που καταργεί το συμβιβασμό με την έννοια των επίκυκλων τόσο του Πτολεμαίου όσο και του Κοπέρνικου. Με τους άλλους δύο νόμους του διατύπωσε μαθηματικές σχέσεις με τις οποίες μπορούσε να κάνει ακριβείς προβλέψεις για την θέση των πλανητών ανά πάσα στιγμή. Έτσι χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του Μπράχε και τους Νόμους που διατύπωσε, κατάφερε να επεκτείνει την κοπερνίκεια θεωρία θεμελιώνοντας το ηλιοκεντρικό μοντέλο. (Chalmers, 1994: 115, Βαλλιάνος, 2001: 29-30 & Μπούρας, 2007)

Η ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ & ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ
Η έννοια της επιστήμης με την σημερινή της μορφή είναι υπόθεση μερικών μόνο αιώνων. Οι αιώνες πριν τον 17ο χαρακτηρίζονται από την μελέτη των φυσικών φαινομένων υπό την κηδεμονία της μεταφυσικής, με προσανατολισμό θεωρητικό και λογοκεντρικό. Κεντρικό μέλημα των φυσικών φιλοσόφων αποτελεί το ‘σώζειν τα φαινόμενα’ δηλαδή η διατύπωση κοσμολογικών θεωριών που δικαιολογούν τα δεδομένα των αισθήσεων μέσα σε κάποιο πλαίσιο λογικής. (Βαλλιάνος, 2001: 21)
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεωκεντρικό πτολεμαϊκό μοντέλο (160 μΧ) που παραδέχεται την φαινομενική διάταξη των ουράνιων σωμάτων σε περιφορά γύρω από τη Γη σε κυκλικές τροχιές. Οι αποκλίσεις των τροχιών ‘διορθώνονται’ από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο με τη χρήση επίκυκλων που καθιστούν μεν το μοντέλο περίπλοκο όμως μέσω θεωρητικών παραδοχών διέσωζε τα αισθητηριακά φαινόμενα. Έτσι η εμπειρία προσαρμόζεται στις λογικές-θεολογικές δογματικές απαιτήσεις αφού η ανθρώπινη διάνοια δεν θεωρείται ικανή να αντικαταστήσει τον Θείο Λόγο με παραδοχές μιας γήινης πεπερασμένης οπτικής. (Βαλλιάνος, 2001: 24)
Στη διάρκεια του μεσαίωνα η χριστιανική αντίληψη απαξίωσε τον φυσικό κόσμο ως δευτερογενές θεϊκό δημιούργημα, ενισχύοντας έτσι τη θέση της θεολογίας. Η αλήθεια των Γραφών γίνεται ταυτόσημη με την ορθή γνώση του κόσμου και η υποταγή στην θεολογική αυθεντία και την ορθή πίστη έτσι όπως την διαχειρίζεται η εκκλησιαστική εξουσία αποτελεί μονόδρομο. Η αριστοτελική λογική αποτελεί το κατεξοχήν όργανο συστηματοποίησης των θεολογικών δογματισμών μέσα στην φυσική πραγματικότητα. Τα εμπειρικά δεδομένα πρέπει να προσαρμόζονται στις θεολογικές περιγραφές της Γένεσης που θεωρούνται απόλυτα αληθείς ως προς την καταβολή του φυσικού κόσμου. (Βαλλιάνος, 2001: 22)

Ο ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ-ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Η επίσημη εκκλησία ήταν υπέρμαχος της γεωκεντρικής θεωρίας γιατί ταίριαζε με την δημιουργία του κόσμου που περιγράφεται στην Γένεση και με άλλα βιβλικά αποσπάσματα. Η γενικότερη κρίση της πολιτικής και πνευματικής εξουσίας του 14ο αι. άφησε περιθώριο για κριτικό επιστημονικό προβληματισμό που ανάγκασε την εκκλησιαστική εξουσία σε συμβιβασμό με στοχαστές (Ορεσμ, Μπουρινταν κλπ) που πρέσβευαν εναλλακτικές προσεγγίσεις. (Βαλλιάνος, 2001: 25-26)
Η έννοια της ‘διπλής αλήθειας’ αποτέλεσε την πρώτη οπισθοχώρηση της θεολογικής αυθεντίας και γεννήθηκε για να δώσει στον φιλόσοφο το δικαίωμα να διερευνά τα φυσικά φαινόμενα με την ανθρώπινη λογική, μιας και η λογική αυτή είναι χάρισμα Θεού. Εάν τα αποτελέσματα του προβληματισμού έρχονται σε σύγκρουση με τις θεολογικές παραδοχές ο στοχαστής μπορεί να τα προβάλει μόνο ως νοητικά πειράματα και θεωρητικές εικασίες. Μπορούν δηλαδή οι νέες θεωρίες να έχουν υπόσταση λογική, μαθηματική ή άλλη αλλά σε καμία περίπτωση φυσική ώστε να μπορούν να καταστούν εναλλακτικές θεωρίες δημιουργίας του κόσμου. (Βαλλιάνος, 2001: 26)
Οι δογματικές αλήθειες έτσι όπως διαφυλάσσονται από την θεολογική αυθεντία παραμένουν άθικτες από τους επιστημονικούς και νοητικούς πειραματισμούς. Ο φυσικός φιλόσοφος είναι ελεύθερος να διατυπώνει συλλογισμούς όσο αποδέχεται ότι η έρευνά του δεν αποσκοπεί στην ανατροπή της δογματικής αλήθειας η οποία παραμένει στην δικαιοδοσία της εκκλησίας. (Βαλλιάνος, 2001: 26)

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Με την δημοσίευση της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας σηματοδοτείται η απαρχή της νεώτερης φυσικής επιστήμης αφού για πρώτη φορά αμφισβητείται η θεολογική αυθεντία.
Η αλλαγή οπτικής θεώρησης του σύμπαντος από τον Κοπέρνικο με σταθερό σημείο τον Ήλιο, επαναδιαπραγματεύεται την θεϊκά εγγυημένη θέση του ανθρώπου στην έννοια της δημιουργίας. Η Γη από κέντρο του κόσμου μετατρέπεται σε ένα από τα πολλά αστρικά σώματα στο άπειρο σύμπαν. Η γεωκεντρική θεώρηση αποτελούσε εγγύηση για τη θέση του ανθρώπου που ήταν υποταγμένη στην θεϊκή παρέμβαση και επιβεβαιωμένη μέσα στον φυσικό κόσμο. Στο νέο πλαίσιο που διατυπώνεται δεν χωρούν θεϊκές υπερβάσεις και εκκλησιαστικές αυθεντίες όσο και αν η ‘διάσωση των φαινομένων’ είναι και εδώ ζωντανή με τη χρήση κυκλικών τροχιών των πλανητών. (Βαλλιάνος, 2001: 28)
Για τον ίδιο τον Κοπέρνικο, η νέα κοσμολογία που ανέπτυξε δεν αντιτίθεται στην παρουσία του Θεού στο σύμπαν καθώς περιγράφει υπό νέους όρους την εποπτεία Του σε αυτό. Δηλαδή την διαχείριση της φυσικής τάξης από τον δημιουργό βάσει των φυσικών νόμων. Παρόλο το συμβιβαστικό κλίμα της αναγεννησιακής εποχής οι ιδέες του Κοπέρνικου ήταν ριζοσπαστικές έως προκλητικές και δέχτηκαν κριτική έως και συσκότιση. Ειδικότερα με τη χρήση ανυπόγραφων προλόγων του δογματικού Οσιάντερ στο έργο του, που καθιστούσαν την ηλιοκεντρική θεωρία υπόθεση εργασίας και μαθηματικού στοχασμού στα πλαίσια της ‘διπλής αλήθειας’. Ο ίδιος όμως είχε προλάβει να δηλώσει πριν το θάνατό του ότι η νέα κοσμολογία αποτελεί ακριβή περιγραφή της φύσης. (Βαλλιάνος, 2001: 28-29 & Καβύρης, 2008)
Ο Γαλιλαίος προσηλωμένος στα ιδεώδη της ερευνητικής και πειραματικής ελευθερίας εξέδωσε το τελευταίο του έργο στην Ολλανδία το 1638 υπό την μέγγενη της Ιεράς Εξέτασης. Επηρεασμένος από το πέρασμά του από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα και την υιοθέτηση εκεί της ‘ευρετικής διαδικασίας’ μέσω ανάλυσης και σύνθεσης, δημιούργησε το υπόστρωμα της μηχανιστικής ερμηνείας της φύσης όπου η μαθηματική απόδειξη συνθέτει και αναλύει τα ευρήματα της πειραματικής διαδικασίας. Τα διανοητικά του επιτεύγματα επέζησαν πέρα και πάνω από τους εξωγενείς θεοκρατικούς περιορισμούς και έκοψαν οριστικά τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε την φυσική επιστήμη με τις μεταφυσικές μεσαιωνικές δοξασίες. (Βαλλιάνος, 2001: 46-49 & Κοτσιλιέρης, 2008)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Έχουν ειπωθεί διαφορετικοί ορισμοί για αυτό που ονομάζουμε Επιστημονική Επανάσταση. Ο Kuhn ορίζει την Επιστημονική επανάσταση ως συνισταμένη πολλών μικρότερων ανεξάρτητων επαναστάσεων ανά επιστημονικό κλάδο με έμφαση στις παραδοσιακές επιστήμες που διέθεταν μεσαιωνικό θεωρητικό υπόβαθρο για να υπάρξει σύγκριση που να επιβεβαιώνει μετασχηματισμό. Αντίστοιχα ο Koyre αποσυνδέει την Επιστημονική Επανάσταση από την μεσαιωνική επιστήμη θεωρώντας την όχι επέκταση αλλά ουσιαστική μετάλλαξη του πνεύματος με κορύφωση την κατάρρευση της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. (Lindberg, 1997: 509-511 & Κοτσιλιέρης, 2008)
Είναι γεγονός ότι παρά την κριτική διάθεση που επιδείχθηκε κατά τον μεσαίωνα προς την αριστοτελική μεθοδολογία και τις όποιες υπερβάσεις ή βελτιώσεις προέκυψαν, ο πυρήνας του αριστοτελισμού που ήταν η μέθοδος της λογικής παραγωγής μέσα από αυταπόδεικτες καθολικές αρχές, παρέμεινε κυρίαρχος στην επιστημονική σκέψη. Αντίθετα οι φυσικοί φιλόσοφοι της Επιστημονικής Επανάστασης εγκατέλειψαν τον Αριστοτέλη δίνοντας έμφαση στη χρήση μαθηματικών μετρήσεων και αναλύσεων, στην χρήση επιστημονικών υποθέσεων και κυρίως στην αναγκαιότητα της πειραματικής προσέγγισης των φυσικών φαινομένων ως μεθόδου επιβεβαίωσης αυτών των υποθέσεων. (Lindberg, 1997: 513-514)
Άρα κύριο χαρακτηριστικό της Επιστημονικής Επανάστασης ήταν η καθολική αλλαγή στο μεθοδολογικό και μεταφυσικό επίπεδο. Η Επιστημονική Επανάσταση αποτελεί παράδειγμα ριζικής αλλαγής της αντίληψης για την γέννηση και εξέλιξη της φύσης αλλά και των μεθόδων εξερεύνησης των μυστικών της. Πρόκειται δε για μια αλληλένδετη σειρά επιστημονικών ανακαλύψεων που συνδυάστηκε με τη μεταβολή των καθεστηκώτων ιδεών. Η εμφάνιση μιας νέας έννοιας της φύσης και των νέων μεθόδων διερεύνησής της επηρέασαν τόσο τις επιστημονικές πρακτικές όσο και τις επικρατούσες πεποιθήσεις για τη σχέση φύσης και θρησκείας. (Lindberg, 1997: 520-522)
Η κυριότερη όμως διαφορά δεν είναι μεθοδολογική αλλά βαθιά εννοιολογική και έγκειται στην απόρριψη των στοιχείων της αριστοτελικής μεταφυσικής στα ζητήματα ύλης, μορφής, ουσίας, ενέργειας και κίνησης. Ο αριστοτελικός κόσμος είναι οργανικός, γεμάτος αισθητές ιδιότητες, με συγκεκριμένο σκοπό και οργάνωση. Ο νέος κόσμος είναι μηχανικός με άψυχη ύλη, αδιάκοπη κίνηση και τυχαίες ανοργάνωτες συγκρούσεις πέρα και πάνω από την σχεδιαστική τελειότητα της υπέρτατης θεϊκής πρόνοιας.
Η Νευτώνια φυσική που ακολούθησε χρονολογικά την Επιστ. Επανάσταση, και έθεσε τα πρότυπα της σύγχρονης φυσικής σκέψης στηρίχθηκε εν πολλοίς στο έργο των Κέπλερ και Γαλιλαίου για να αναπτυχθεί θεωρητικά. Όπως ακριβώς ο επιστημονικός στοχασμός πάτησε πάνω στην ανάγκη απεγκλωβισμού από τα δεσμά της θεοκρατικού δογματισμού και ‘αναγέννησε’ την φυσική επιστήμη έτσι και η Επιστημονική Επανάσταση έστρωσε το δημιουργικό νοητικό υπόστρωμα για την διάνοιξη των ορίων της επιστημονικής σκέψης όπως την εννοούμε στη σύγχρονη εποχή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Βαλλιάνος Π., 2001, Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη - Εγχειρίδιο Μελέτης (Τόμος Β’), Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
2. Chalmers A., 1994, Τι Είναι Αυτό που το Λέμε Επιστήμη, μετάφρ. Γ. Φουρτούνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.
3. Lindberg D.C., 1997, Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης : Η Ευρωπαϊκή Επιστημονική Παράδοση σε Φιλοσοφικό, Θρησκευτικό και Θεσμικό Πλαίσιο, 600 πΧ – 1450 μΧ, μεταφρ. Η. Μαρκολέφας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα.
4. Καβύρης Π., 2008, Διαφορές και Ομοιότητες στην Επιστήμη του Μεσαίωνα και των Νεώτερων Χρόνων: Η Περίπτωση της Κοσμολογίας, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.archive.gr/
5. Κοτσιλιέρης Θ., 2008, Από τον Κλειστό Κόσμο στο Άπειρο Σύμπαν, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.archive.gr/
6. Μπούρας Χ., 2007, Επιστημονική Επανάσταση: Η Μετάβαση από το Κλειστό Σύμπαν στον Άπειρο Κόσμο, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.antifono.gr/  (κατηγορία άρθρων Φιλοσοφία-Επιστημολογία)


© Ιωάννης Ζήσης 2009