"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



Από τον Σεπτέμβριο 2014 ο συντάκτης μετοικεί στο Hull της Μ.Βρετανίας ως διδακτορικός ερευνητής του University of Hull-School of Law & Politics.
Το παρόν blog δεν θα ανανεώνεται αλλά παραμένει ενεργό για χάρη των φίλων σπουδαστών του ΕΑΠ που μπορεί να βοηθηθούν από τις δημοσιευμένες εργασίες και τις βιβλιογραφικές πηγές στην εκπόνηση των δικών τους εργασιών.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΕΠΟ32 (Θεσμοί Ευρωπαϊκού Πολιτισμού) - 11/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ

 «Αναλύστε τις συνθήκες που συνέβαλλαν στη σταδιακή αποσύνδεση της εκπαίδευσης από την Εκκλησία από τον 10ο ως τον 14ο αιώνα και στη συνέχεια αναφέρετε τους τύπους σχολείων που δημιουργήθηκαν στις πόλεις»

 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ             
◦ Η εκπαίδευση υπό τον σφιχτό εναγκαλισμό της εκκλησίας
◦ Πρώτα βήματα για μια πιο ‘ανοιχτή’ εκπαίδευση     
◦ Παράγοντες απαγκίστρωσης της εκπαίδευσης από την εκκλησία 
◦ Εκπαιδευτικά ιδρύματα και περιεχόμενο σπουδών 
◦ ΕΠΙΛΟΓΟΣ           
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ      
  
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Το θέμα πραγματεύεται τις μεταβολές στο εκπαιδευτικό σύστημα του μεσαίωνα, σχετικά με την παγιωμένη ως τότε εποπτεία του από την εκκλησιαστική εξουσία. Στόχος της εργασίας είναι να εξεταστούν και να παρουσιαστούν κατάλληλα, οι συνθήκες και οι παράγοντες που οδήγησαν στην σταδιακή απεξάρτηση της εκπαίδευσης από τον εκκλησιαστικό εναγκαλισμό.
            Αρχικά θα παρουσιαστεί η υφιστάμενη κατάσταση στα εκπαιδευτικά δρώμενα έως τον 8ο αι. και κατόπιν των πρώτων ‘δειλών’ βημάτων εκκοσμίκευσης που έθεσε ο Καρλομάγνος ως τον 10ο αι. Θα ακολουθήσει διεξοδική παρουσίαση των συνθηκών και παραγόντων που γέννησαν νέες ανάγκες και απαιτήσεις για την εκπαίδευση. Θεωρώντας την αστική ανάπτυξη ως κομβικό σημείο για την μεσαιωνική οργάνωση σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, θα υπογραμμιστεί ο ρόλος των πόλεων στην αναμόρφωση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των προσφερόμενων σπουδών.
            Εν κατακλείδι, θα συνοψιστεί το βασικό συμπέρασμα ότι μέχρι το τέλος του 13ου αι. οι κοινωνικές ανάγκες υποκίνησαν την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών παροχών πράγμα εμφανές τόσο στον τύπο των Σχολών που δημιουργήθηκαν, όσο και στα προγράμματα σπουδών εντός αυτών.


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΦΙΧΤΟ ΕΝΑΓΓΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

            Μετά τον 6ο αι. και την παρακμή των κλασσικών σχολείων, εμφανίστηκαν κατηχητικά σχολεία όπου διδάσκονταν προφορικά οι γραφές και το χριστιανικό δόγμα, με σκοπό την βάπτιση του μαθητή. Ακολούθως εμφανίστηκαν ανώτερα κατηχητικά που δίδασκαν θεολογία, φιλοσοφία και φυσικές επιστήμες με στόχο την υπεράσπιση της πίστης από ειδωλολάτρες και την απάντηση θεολογικών ερωτημάτων. (Γκότσης, 2001, σ.28-30 και Reble, 2003, σ.86).
            Η ανάπτυξη που γνώρισε τον 7ο αι. ο μοναχισμός επηρέασε την εκπαίδευση. Τα μοναστήρια, συσσώρευαν την πνευματική εργασία, με την αντιγραφή χειρογράφων, τη συλλογή βιβλίων, τη δημιουργία βιβλιοθηκών και την ίδρυση μοναστηριακών σχολείων. Τα σχολεία αυτά προορίζονταν για την εκπαίδευση των μοναχών αλλά με το ‘άνοιγμα’ τους στους λαϊκούς, εξελίχτηκαν σε πνευματικούς πυρήνες (Γκότσης, 2001, σ.30-31 και Reble, 2003, σ.86&88). Στα σχολεία αυτά διδάσκονταν λατινικά και οι επτά ελευθέριες τέχνες. Όσοι ολοκλήρωναν αυτές τις σπουδές μπορούσαν να σπουδάσουν θεολογία  (Reble, 2003, σ.89 και Nicholas, 2000, σ.39). Στην Βρετανία του 8ου αι. έχουμε επίσης εκκλησιαστικά σχολεία γενικής παιδείας, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, ενώ τα κέλτικα μοναστήρια αποτέλεσαν κέντρα σπουδών της ελληνορωμαϊκής παιδείας (Γκότσης, 2001, σ.31-33 και Nicholas, 2000, 67-68).


ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΙΟ ‘ΑΝΟΙΧΤΗ’ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

            Τον 8ο αι. η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου εγκαθίδρυσε για πρώτη φορά ένα είδος κεντρικής διοίκησης που απαιτούσε επάνδρωση με κατηρτισμένους υπαλλήλους και οδήγησε στο ‘άνοιγμα’ της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Ράπτης, 1999, σ.63 και Reble, 2003, σ.88). Ο Καρλομάγνος ίδρυσε ανακτορική σχολή, συστηματοποίησε τη λατινική γλώσσα μεταφράζοντας τη Βίβλο και αποκατέστησε το πρόγραμμα σπουδών των ελευθέριων τεχνών (Nicholas, 2000, σ.105-107). Επιδιώκοντας τον πολλαπλασιασμό των εκπαιδευτών, ανακατένειμε την εκκλησιαστική περιουσία, ενίσχυσε τους κατώτερους κληρικούς και προχώρησε σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Όρισε με διάταγμα ως υποχρεωτικά διδασκόμενα μαθήματα για την προπαρασκευή δασκάλων τη γραφή, την ανάγνωση, τη γραμματική και την υμνωδία. Ταυτόχρονα άνοιξε τα μοναστήρια στους φτωχούς λαϊκούς και οργάνωσε ενοριακά σχολεία που παρείχαν στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση, επιβάλλοντας έτσι ένα σύστημα εκπαίδευσης (Γκότσης, 2001, σ.34-35 και Ράπτης, 1999, σ.64).


ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΠΑΓΚΙΣΤΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

            Από τον 11ο έως και τον 13ο αι. στην Ευρώπη λαμβάνουν χώρα σημαντικές αλλαγές και η παιδεία αποκτά χαρακτήρα πρακτικής αναγκαιότητας. Παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την κατεύθυνση ήταν :

Πολιτική Οργάνωση και Κοινωνική Ιεράρχηση
            Η κατάτμηση της εξουσίας σε τοπικούς πυρήνες νομιμοποίησε τις φεουδαλικές σχέσεις υποτέλειας και εδραίωσε τον τριμερή κοινωνικό διαχωρισμό σε προσευχόμενους, μαχητές και πληβείους (Γαγανάκης, 1999, σ.42). Η εκκλησία είχε πάντα ανάγκη από κατηρτισμένα στελέχη και διαχειριστές γιατί στο ρευστό πολιτικό σκηνικό της εποχής, αντικαθιστούσε στη συνείδηση του λαού το κοσμικό κράτος, πράγμα που ενέτεινε την ανάγκη για παροχή εκπαίδευσης (Power, 2001, σ.203). Η προσπάθεια της εκκλησιαστικής εξουσίας να χειραφετηθεί από τον έλεγχο της κοσμικής εξουσίας, θα την οδηγήσει στην ενίσχυση των μοναχικών ταγμάτων, με στόχο τη δημιουργία ενός ‘πνευματικού στρατού’ επιρροής των πιστών (Ράπτης, 1999, σ. 87 & 89).

Ειρήνη και Δημογραφική Ανάπτυξη
            Η καλλιέργεια και η εκπαιδευτική πρόοδος προαπαιτούν να έχει παγιωθεί καθεστώς ειρήνης στην επικράτεια, πράγμα που ίσχυσε από τον 11ο αι. (Power, 2001, σ.204). Η θέσπιση της ‘Ειρήνης του Θεού’ ως θεσμός ελέγχου της εσωτερικής βίας και η ‘εξαγωγή’ της βίας με τις Σταυροφορίες, εδραίωσαν την εσωτερική ηρεμία και παγίωσαν την αποδοχή  της υφιστάμενης κοινωνικής ιεραρχίας (Γαγανάκης, 1999, σ.41-42). Ταυτόχρονα, οι μικροανακαλύψεις στην αγροκαλλιέργεια επιτρέπουν τη δημιουργία ικανών αποθεμάτων τροφής. Ο πληθυσμός αυξάνεται και απεγκλωβίζεται από τη γη, πράγμα που ενισχύει την μετακίνηση του στις πόλεις (Γκότσης, 2001, σ.45).

Εμπόριο-Μεταναστεύσεις-Σταυροφορίες-Εκχρηματισμός Κοινωνίας
            Από τον 12ο αι. οι μαζικές μεταναστεύσεις χαλαρώνουν τους δεσμούς υποτέλειας και η πλειοψηφία της αγροτικής παραγωγής κατευθύνεται στις πόλεις που μετατρέπονται σε συνναλακτικά κέντρα. Η αντικατάσταση της πληρωμής σε είδος με χρηματικά συμβόλαια, εδραιώνει τον εκχρηματισμό της οικονομίας. Υποκινούμενη από τον επιτηδευμένο τρόπο ζωής των ευγενών, αναπτύσσεται η βιοτεχνία καταναλωτικών αγαθών. Καθώς εδραιώνονται οι χρηματικές συναλλαγές, διευκολύνεται η εμπορική δραστηριότητα και οι επενδύσεις των κερδών και δημιουργούνται νέα επαγγέλματα (συμβολαιογράφος, γραμματέας κλπ) (Γαγανάκης, 1999, σ.33&35 και Nicholas, 2000, σ.232-234). Οι σταυροφορίες ενίσχυσαν τις εμπορικές ανταλλαγές, κυρίως όμως αύξησαν τη διαθεσιμότητα ρευστού χρήματος λόγω των θησαυρών που λεηλατήθηκαν. Αυτό τόνωσε τους εμπόρους και κυρίως τους βιοτέχνες που αύξησαν την παραγωγή τους (Nicholas, 2000, σ.219). Ένα νέο πλήθος αναγκών γεννιέται στην κοινωνική και οικονομική οργάνωση, που απαιτεί την προσαρμογή της εκπαίδευσης στην διδασκαλεία λογιστικής, αριθμητικής, εμπορικής αλληλογραφίας κλπ. (Γκότσης, 2001, σ.46).

Αστική Ανάπττυξη
            Η εξέλιξη των πόλεων αποτελεί βασικό παράγοντα αυτονόμησης της εκπαίδευσης καθώς οι ίδιες οι πόλεις αποκτούν ένα βαθμό αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης, πολικής και οικονομικής. Η αυτοδιοίκηση δημιουργεί την ανάγκη για πολιτικά και δικαστικά αξιώματα και άρα αντίστοιχες σπουδές. Επίσης απαιτεί σπουδές περί των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών που ήταν πλέον πλήρως χρηματικές. Ταυτόχρονα, εντός των πόλεων δημιουργούνται συντεχνιακές συσσωματώσεις, με αιτήματα, προνόμια και εξειδικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες που απαιτούν μια μορφή τεχνικής πιστοποίησης. Τέλος, οι αστικές κοινωνίες του 12ου αι. απαιτούν ένα νέο είδος γνώσης που να βασίζεται στην επιχειρηματολογία και σε ένα τρόπο σκέψης πιο ‘επιστημονικό’, που έως τότε δεν υπήρχε στις μορφές διδασκαλίας. (Γκότσης, 2001, σ.49-50).

 Σχολαστικισμός
            Το έντονο ενδιαφέρον μελέτης της κλασσικής κληρονομιάς ως απόρροια της ‘περιέργειας’ των λόγιων αλλά και της ανοχής της εκκλησίας, οδηγεί σε περίοπτη θέση τη νομική, τη φιλοσοφία και την ιατρική, που ανακαλύπτουν νέες πρακτικές εφαρμογές (Powers, 2001, σ.204-205). Οι κοινωνικές ανάγκες απαιτούσαν για τη Νομική ένα είδος μόρφωσης με κατάλληλες σπουδές στη λατινική γραμματική και ρητορική, που να παρέχει ερμηνεία των ηθικών αξιών, αλλά και συνέπεια με την ρωμαϊκή νομική παράδοση. Η ιατρική φροντίδα των ανώτερων στρωμάτων είχε αυξημένη ζήτηση και εντατικοποίησε την ανάγκη κατάρτισης περισσότερων γιατρών. Η ανάπτυξη γραφειοκρατίας διοικητικών υπαλλήλων, απαιτούσε καθαρή σκέψη και οργανωτικό πνεύμα, κάτι που κατεύθυνε τις σπουδές στη λογική έναντι της ρητορικής. Τέλος, η διάδοση των αριστοτελικών κειμένων κατέστησε τη λογική ως εργαλείο για την επιστημονική απόδειξη και την επιχειρηματολογία στα μεγάλα θεολογικά ερωτήματα (Powers, 2001, σ.205-210).

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΠΟΥΔΩΝ

 Τύποι Σχολών και Μαθημάτων στις Πόλεις
            Η άνθηση των πόλεων οδηγεί στη δημιουργία σχολείων υπό την δικαιοδοσία τους, για τα παιδιά εμπόρων και τεχνιτών και τους κρατικούς υπαλλήλους των μοναρχών. Πρόκειται για την αφετηρία του κοσμικού σχολικού συστήματος, όπου τα σχολεία διαθέτουν δικό τους κανονισμό και οι δάσκαλοι διορίζονται από το συμβούλιο της πόλης. Πολλά από αυτά τα σχολεία είναι ιδιωτικά με στόχο την απόκτηση τεχνικών δεξιοτήτων για τη σύνταξη επιστολών, εγγράφων και λογαριασμών (Reble, 2003, σ.90 και Nicholas, 2000, σ.255).
            Τα πρώτα σχολεία ήρθαν να καλύψουν πρακτικές ανάγκες και γι’ αυτό οργανώθηκαν από τις συντεχνίες εμπόρων και βιοτεχνών. Σκοπός τους ήταν να εκπαιδεύσουν υποψήφιους τεχνίτες ώστε να γίνουν μέλη συντεχνίας. Η αύξηση της δύναμης και των δραστηριοτήτων των συντεχνιών, επέφερε την ανάγκη για μια γενικευμένη εκπαίδευση κι έτσι δημιουργήθηκαν δευτεροβάθμια σχολεία, είτε εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, είτε επαγγελματικής κατάρτισης (Γκότσης, 2001, σ.46).
            Τα δημοτικά σχολεία του 12ου αι. διοικούνταν από τις δημοτικές αρχές και συναγωνίζονταν τα εκκλησιαστικά. Εκεί φοιτούσαν κυρίως παιδιά εύπορων οικογενειών εμπόρων και αστών και ανήκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Υπήρχαν σχολεία εκμάθησης αριθμητικής, λογιστικής και σύνταξης νομικών κειμένων. Η εξάπλωση των γραμμάτων, οδήγησε στην ανάγκη για σχολεία της καθομιλουμένης γλώσσας που ήταν απαραίτητη στις συναλλαγές. Στην Αγγλία δημιουργήθηκαν σχολεία ωδικής για την εκπαίδευση εκκλησιαστικών χορωδών (Γκότσης, 2001, σ.47 και Powers, 2001, σ.227).
            Οι ευγενείς είχαν τα λεγόμενα σχολεία της αυλής, που απέβλεπαν στην προετοιμασία των γόνων για διαχείριση της πατρικής περιουσίας και θέσης, γι’ αυτό εκτός από στοιχειώδη εκπαίδευση, παρείχαν μαθήματα γραμμάτων και τεχνών. Δεν πρέπει να παραληφθεί η τάξη των ιπποτών και φεουδαρχών που απέβλεπε στην άμυνα και την επέκταση της κτηματικής περιουσίας. Τα αντίστοιχα σχολεία παρέδιδαν πολεμική εκπαίδευση, όπου η έννοια του καθήκοντος ήταν ισχυρότερη από τη λογοτεχνία. Συμπεριλάμβαναν επίσης μαθήματα φυσικής αγωγής, ιππασίας, χειρισμού όπλων αλλά και ποίησης και μουσικής (Γκότσης, 2001, σ.47 και Powers, 2001, σ.228).
            Η ερμηνεία των κλασικών βρήκε θέση στο σχολικό πρόγραμμα των περισσότερων σχολείων. Η ρητορική έθεσε τους κανόνες έκφρασης στη νομική, τη φιλοσοφία και τη θεολογία ώστε να αναπτύξουν τη δική τους τεχνική γλώσσα. Η επιστολογραφία αποτέλεσε αντικείμενο διδασκαλίας για την κατάρτιση των επαγγελματιών επιστολογράφων. Η ανάλυση και η ερμηνεία (αλληγορία και σχήματα λόγου) αποτέλεσαν αντικείμενο διδασκαλίας για την ανακάλυψη του θεϊκού νοήματος στη θεολογία. (Powers, 2001, σ.215-217).


Τα Πανεπιστήμια
            Η εμφάνιση των πανεπιστημίων σηματοδοτεί κομβική εξέλιξη στο χώρο της παιδείας. Πανεπιστήμια προϋπήρχαν (πχ. Ακαδημία Πλάτωνα, Πανδιδακτήριο Κωνσταντινούπολης), όμως η εξέλιξή τους στην μορφή που προσέλαβαν, ήταν έκφραση ανάγκης για μια διαφορετική εκπαίδευση (Γκότσης, 2001, σ.48-49). Ξεκίνησαν ως συνενώσεις σπουδαστών και καθηγητών (Μπολόνια, Παρίσι), ως ελεύθεροι ιδιωτικοί συνεταιρισμοί που προσπάθησαν να αποτινάξουν την επισκοπική κηδεμονία. Εκ των υστέρων αναγνωρίστηκαν από την εκκλησία και έλαβαν προνόμια. Τα αντικείμενα σπουδών ήταν φιλοσοφία, θεολογία, δίκαιο και ιατρική και μεθοδολογικά συστηματοποιούσαν τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων (Ράπτης, 1999, σ. 95 και Reble, 2003, σ.92).
            Δεν είχαν εξαρχής μόνιμες εγκαταστάσεις και η μορφή τους σχηματοποιήθηκε με τον καιρό, ενώ είχαν ως οικονομική βάση τις δωρεές και χορηγίες της εκκλησίας ή ιδιωτών. Στα προνόμια τους περιλαμβάνονται η ελεύθερη ασφαλής διακίνηση προς αυτά, η άδεια διεξαγωγής εξετάσεων και απονομής τίτλων, η σύνταξη εσωτερικού κανονισμού, αυτοδιοίκησης και δικαστικής δικαιοδοσίας για τα μέλη τους, η απαλλαγή από δασμούς, ακόμα και το δικαίωμα της απεργίας (Reble, 2003, σ.92-93 και Γκότσης, 2001, σ.53).
            Τα πανεπιστήμια διακρίνονταν από τα άλλα ιδρύματα γιατί εκεί μπορούσε κάποιος να σπουδάσεις τις ανώτερες σχολές ιατρικής, δικαίου και θεολογίας. Η μεθοδολογία διδασκαλίας ήταν ο ερμηνευτικός σχολιασμός από τους λογίους των αδιαμφισβήτητων επίσημων κειμένων και η διαλεκτική αντιπαράθεση αντίθετων πηγών με σκοπό τη σύνθεση (Nicholas, 2000, σ.273&277). Η διδασκαλία ξεκίναγε από την (κατώτερη) σχολή των Τεχνών όπου διδάσκονταν trivium και quadrivium και όσοι δεν εγκατέλειπαν με το πέρας του διετούς κύκλου ως ‘μπακαλάριοι’, συνέχιζαν για άλλο ένα διετή κύκλο ώστε να θεωρηθούν ‘μάγιστροι’. Στη συνέχεια μπορούσαν να επιλέξουν μία από τις ανώτερες σχολές για να γίνουν ‘διδάκτορες’ ή κληρικοί. Όπως γίνεται αντιληπτό η φοίτηση στο Πανεπιστήμιο του μεσαίωνα μπορούσε να αποτελέσει μια ιδιαίτερα χρονοβόρα και κοπιαστική προσπάθεια (Reble, 2003, σ.93-94 και Nicholas, 2000, σ.277-278)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

            Από την ανάλυση που σχηματοποιήθηκε παραπάνω, διαπιστώσαμε ότι η μετεξέλιξη των κοινωνικών, οικονομικών και άλλων συνθηκών της εξεταζόμενης περιόδου, υποκίνησε μια σταδιακή αλλά βαθιά εκπαιδευτική αλλαγή. Η εκκλησία χάνει τον απόλυτο έλεγχο και τον παρεμβατικό της ρόλο στα θέματα παιδείας, με αποκορύφωμα τα αυτοτελή και διοικητικά ανεξάρτητα πανεπιστήμια.
            Μέσα από μια ‘περιπλάνηση’ σε διαφορετικούς τύπους σχολών υποκινούμενους από διαφορετικές κοινωνικές και συντεχνιακές ανάγκες, η εκπαιδευτική δραστηριότητα ακουμπώντας στο πρόπλασμα εδραιωμένης γνώσης και κατάρτισης που προηγήθηκε, κατέληξε σε συγκεκριμένα σχήματα έκφρασης.
            Αυτό που θα αποδειχτεί σημαντικότερο για την ιστορική εξέλιξη, είναι ότι η εκπαίδευση αποτινάσει τον θεοκρατικό μανδύα τόσο στην εφαρμογή όσο και στη σύλληψη, αποκτώντας μια ανθρωποκεντρική πρακτική και χρηστική χροιά, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων πολιτικών, οικονομικών και άλλων αλλαγών που συντελούνται στην μεσαιωνική κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·    ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·   ΓΚΟΤΣΗΣ, Γ. και ΣΥΡΙΑΤΟΥ, Α. (2001), Δύο Θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού – Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·   NICHOLAS, D. (2000), Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/11651376/David-Nicholas-The-Evolution-of-the-Medieval-World (Σημ.: η αρίθμηση των σελίδων που παραπέμπονται διαφέρει από την αρίθμηση της έντυπης έκδοσης)
·  POWER, E. (2001), Η Κληρονομιά της Μάθησης - Ιστορία της Δυτικής Εκπαίδευσης, Κεφ. 6-7-8, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· ΡΑΠΤΗΣ, Κ. (1999), Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο Αιώνα, Τόμος Α’, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·  REBLE, A. (2003), Ιστορία της Παιδαγωγικής, Μτφ. Θ. Χατζηστεφανίδης, 6η Έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΑ.


© Ιωάννης Ζήσης 2010

ΕΠΟ33 (Δημιουργία και Εξέλιξη Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) - 11/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ

 «Να αναζητήσετε τους βασικούς παράγοντες – πολιτικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς – που συνέβαλαν στη μεταβολή των συνόρων στην/της ΕΕ από τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι σήμερα.»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                                                 
◦ Ο σχηματισμός του ευρωπαϊκού πυρήνα και των πρώτων Κοινοτήτων   
◦ Η Βρετανικός σκεπτικισμός και η πρώτη Βόρεια διεύρυνση
◦ Η προς Νότο διεύρυνση
◦ Η ιστορικά επιβεβλημένη εσωτερική διεύρυνση
◦ Η ενσωμάτωση των υπέρμαχων της ουδετερότητας                          
◦ Η μεγάλη προς Ανατολάς διεύρυνση   
◦ ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ – Το μέλλον των ευρωπαϊκών συνόρων         
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                                        

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Το θέμα πραγματεύεται το μόνιμα επίκαιρο ζήτημα της χάραξης των Ευρωπαϊκών συνόρων και των παραγόντων που επηρέασαν ή καθόρισαν συγκεκριμένες μεταβολές αυτών, μέσα από την ιστορική διαδικασία των διευρύνσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να εντοπιστούν, αναλυθούν και ταξινομηθούν οι ανά διεύρυνση παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διαδικασία ένταξης των μελών της ευρωπαϊκής οικογένειας. Θα εξεταστούν λοιπόν τόσο από την πλευρά της Κοινότητας, όσο και από την πλευρά των υποψήφιων χωρών οι βαθύτεροι λόγοι που οδήγησαν στην ένταξή τους.
            Προκειμένου να παρουσιαστούν δομημένα οι εν λόγω παράγοντες, ακολουθεί η ταξινόμησή τους με ιστορική-χρονολογική σειρά, ξεκινώντας από την σύσταση του κεντρικού πυρήνα της Ευρώπης (ΕΚΑΧ), έως και την πιο πρόσφατη ‘μεγάλη’ προς Ανατολάς διεύρυνση. Να σημειωθεί, ότι γίνεται προσπάθεια να τονιστεί η έννοια της διεύρυνσης από μια ‘εργαλειακή’ σκοπιά, δηλαδή όχι μόνο ως αποτέλεσμα των ενταξιακών διαδικασιών, αλλά και ως αφορμή υποκίνησης της ενοποιητικής προσπάθειας.
            Εν κατακλείδι, θα γίνει μία σύντομη σύνοψη του βασικού συμπεράσματος και θα διατυπωθούν επίκαιρα ερωτήματα για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις που γίνονται προς απάντηση των ερωτημάτων αυτών, επιβεβαιώνουν ότι η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια της στασιμότητας. Οι ιστορικές συνθήκες καλούν για άμεση ανταπόκριση της στις ανάγκες των λαών που την απαρτίζουν και για επίρρωση των λόγων ύπαρξης και λειτουργίας της με τρόπο δυναμικό.


Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

            Η δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτέλεσε μια εξελικτική διαδικασία ενοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου, που γεννήθηκε από την ανάγκη διατήρησης της μεταπολεμικής ειρήνης και την αποφυγή περεταίρω καταστροφικών πολεμικών συρράξεων, όμοιων με εκείνων που τόσο είχαν αφαιμάξει μεταφορικά και κυριολεκτικά την ήπειρο στο 1ο μισό του 20ου αι. (Μούσης, 2008, κεφ. 1.2). Η δημιουργία των δύο μεγάλων διακρατικών συνασπισμών του 20ου αι., του σοβιετικού-ανατολικού και του ατλαντικού-δυτικού, με τις αντίθετες φιλοσοφίες και προσεγγίσεις σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής θεωρίας και πρακτικής, ενώ διχάζει θεσμικά την μεταπολεμική Ευρώπη, ταυτόχρονα ενισχύει την ενοποιητική διαδικασία. Με εργαλείο την εκατέρωθεν ίδρυση πολυάριθμων διεθνών οργανισμών, ο διχαστικός ανταγωνισμός ενισχύει τις προσπάθειες δημιουργίας ενός ισχυρού δυτικοευρωπαϊκού πόλου (Μαντά, 2005, κεφ. 1.1, σ. 2 και Λάβδας, 2002, σ. 35).
            Η Ευρώπη αναγνώρισε νωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσης της Γερμανίας στους κόλπους της, έχοντας στη μνήμη νωπές τις οδυνηρές συνέπειες της λανθασμένης μετά τον Α’ Παγκόσμιο στρατηγικής απομόνωσης, που οδήγησε σε ανάπτυξη των αντιδημοκρατικών δυνάμεων του ναζισμού. Από οικονομικής άποψης άλλωστε, η Γερμανία είχε τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες βαριάς βιομηχανίας (άνθρακας, ατσάλι, σίδηρος). Προς αυτή την κατεύθυνση εφαρμόστηκε το Σχέδιο Σούμαν, που έθετε ως τελικό στάδιο την συγχώνευση των τομέων άνθρακα και χάλυβα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ΕΚΑΧ που ιδρύθηκε το 1951 με τη Συνθήκη των Παρισίων αποτελούμενη από Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ιταλία και Ολλανδία, επιδίωκε τη δημιουργία ενός υπερεθνικού καθεστώτος, σε ένα μεμονωμένο αλλά κρίσιμο τότε τομέα της οικονομίας. Ως ένα πρώτο επίπεδο συνεργασίας και εκχώρησης εθνικών αρμοδιοτήτων, αποτέλεσε το εφαλτήριο για μια ευρύτερη οικονομική και μακροπρόθεσμα πολιτική ολοκλήρωση (Λάβδας, 2002, σ. 59-60 και Μούσης, 2008, κεφ 1.2).
            Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση ξεκίνησε με έξι κράτη είτε γιατί τα υπόλοιπα δεν ήθελαν, είτε γιατί δεν μπορούσαν. Υπήρξαν επίσης κράτη που κράτησαν απόσταση ασφαλείας, αναμένοντας τα πρώτα θετικά αποτελέσματα, προτού συνταχθούν στην κοινή ευρωπαϊκή πορεία (Μούσης, 2008, κεφ. 1.2). Πράγματι η ενθαρρυντική πορεία της ΕΚΑΧ, οδήγησε καταρχάς τα έξι ιδρυτικά μέλη στην επέκταση της ενοποιητικής προσπάθειας, προς τη συγχώνευση των εθνικών οικονομιών όπως διακηρύχτηκε στη Συνδιάσκεψη της Μεσίνα το 1955. Τελικά το 1957 η ιδρυτική συνθήκη των κοινοτήτων ΕΟΚ-ΕΚΑΕ, αποτέλεσε μια κίνηση επέκτασης της ΕΚΑΧ από τα έξι ιδρυτικά κράτη-μέλη (Λάβδας, 2002, σ. 62 και Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 65).
            Η αποτυχημένη λόγω γαλλικών αντιδράσεων προσπάθεια της ΕΚΑΧ να μετεξελιχτεί υπό φεντεραλιστική λογική, σε ένα υπερεθνικό μόρφωμα με  κοινή αμυντική και πολιτική οργάνωση, απαίτησε μια νέα προσέγγιση, που θα επικεντρωνόταν σε πεδία που δεν θα δημιουργούσαν καταλυτικές διαφωνίες μεταξύ των μελών (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 58-59 & 61). Τέτοια πρόσφορα πεδία αποτέλεσαν η ατομική ενέργεια και η οικονομία, η μεν πρώτη λόγω της ανάγκης διασφάλισης της ειρηνικής χρήσης της, η δε δεύτερη ως πρόσφορο πεδίο εφαρμογής της απελευθέρωσης των αγορών από δασμούς και περιορισμούς στη μετακίνηση προϊόντων-κεφαλαίων-ανθρώπων. Έτσι για πρώτη φορά περνάμε σε μια μορφή οργάνωσης, που συμβιβάζει την υπερεθνική-ομοσπονδιακή με την διακυβερνητική προσέγγιση, κάθε μία εκ των οποίων από μόνη της αποδείχτηκε ανεπαρκής στα πλαίσια της ΕΚΑΧ (στο ίδιο, σ. 65-66). 


Ο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ

            Από τα σπάργανα κιόλας της ενοποιητικής διαδικασίας παρατηρήθηκαν αποκλίσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις, με κυρίαρχη αυτήν της Βρετανίας. Η Βρετανία ήταν παραδοσιακά αντίθετη στην εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε μια υπερεθνική δομή και γι’ αυτό ίδρυσε την ζώνη ελεύθερου εμπορίου ΕΖΕΣ το 1960 μαζί με Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Αυστρία, Ελβετία, Πορτογαλία. Η ΕΖΕΣ αποτέλεσε μια μορφή διαφοροποίησης ως προς το εύρος της ενοποιητικής προσπάθειας (Μούσης, 2008, κεφ. 1.2). Ήταν μια χαλαρότερη μορφή οικονομικής συνεργασίας, με στόχο την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών χωρίς δασμούς. Δεν αποτέλεσε τελωνειακή ένωση με κοινό εξωτερικό δασμολόγιο, ούτε κοινή αγορά με ελεύθερη διακίνηση για κεφάλαια και ανθρώπους ή άλλες κοινές πολιτικές (Μαντά, 2005, κεφ. 1.2, σ. 7 και Λάβδας, 2002, σ. 64).
            Εν τέλει, ο αποκλεισμός της Βρετανίας από την κοινοτική αγορά, την έστρεψε τελικά σε αίτηση ένταξης το 1961 ακολουθούμενη από Ιρλανδία, Δανία και Νορβηγία (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 77).  Παρά την κοινή με την τότε γαλλική ηγεσία αντίληψη περί των υπερεθνικών θεσμών, οι ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις της με τα κράτη της Κοινοπολιτείας, η εξασθένηση της στερλίνας, η πρόσδεση της βρετανικής πυρηνικής οπλικής δύναμης στην αμερικάνικη στρατηγική και κυρίως η ειδική σχέση που διατηρούσε με τις ΗΠΑ, επέφεραν συνεχόμενα γαλλικά βέτο για ένταξη της Βρετανίας. Μαζί με τη Βρετανία, τα υπόλοιπα προσδεμένα σε αυτήν υποψήφια κράτη, παρέμειναν σε καθεστώς αναμονής έπειτα από δική τους επιλογή (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 79-80 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ. 465 και Λάβδας, 2002, σ. 58). 
            Η δεκαετία του ’60 αποδείχτηκε κρίσιμη για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής προοπτικής, λόγω της διελκυστίνδας των αντίθετων φιλοσοφιών ολοκλήρωσης και την ανάγκη συγκερασμού αυτών προκειμένου να αποφευχθεί το τέλμα της ενοποιητικής προσπάθειας. Βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου αποτελεί η Γκωλική αντίθεση στην υπερεθνική κυριαρχία και η γαλλική πίστη στην ‘Ευρώπη των Πατρίδων’, που θα διασφάλιζε την ανεξαρτησία της Ευρώπης από τις ΗΠΑ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 70-71). Από την άλλη ο φόβος εγκαθίδρυσης ενός γαλλογερμανικού διευθυντηρίου, κατεύθυνε Βέλγιο και Ολλανδία στην επιθυμία προσχώρησης της Βρετανίας ως εξισορροπητικής δύναμης (στο ίδιο, σ. 73 & 78). 
            Η αποχώρηση του Ντε Γκωλ απ’ την εξουσία το 1969 και ενώ στο μεταξύ η ΕΚΑΧ και η ΕΚΑΕ ενσωματώθηκαν το 1967 στην ΕΟΚ λόγω αποδυνάμωσης της σημασίας τους, επανεκκίνησε την ενοποιητική διαδικασία προς όφελος της Βρετανίας (στο ίδιο, σ. 80-81 & 85-86). Ευνοϊκές πολιτικές συγκυρίες σε Γαλλία και Βρετανία, σύγκλιση απόψεων των ηγετών για την υπεροχή του εθνικού συμφέροντος, καλή διάθεση για αμοιβαίες οικονομικές υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις και η παροχή επταετούς μεταβατικής περιόδου, οδήγησαν στην υπογραφή ένταξης το 1972. Από τα υπόλοιπα υποψήφια μέλη μόνο η Νορβηγία δεν επικύρωσε τη συμφωνία, αφήνοντας την ΕΟΚ με 9 μέλη (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 108-109 και Χατζηβασιλείου, 2002, σ. 467). 
            Η Βρετανία, διατήρησε διαχρονικά ακόμα και μετά την ένταξή της την δυσπιστία της προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς επιδεικνύοντας σαφή προτίμηση στις διακρατικές συνεργασίες. Αυτό αντανακλά την παραδοσιακή προσκόλληση της προς την φιλελεύθερη οικονομία και όχι στα κεϋνσιανά πρότυπα που ακολουθούσαν τότε οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (Χατζηβασιλείου, 2002, σ. 469).


Η ΠΡΟΣ ΝΟΤΟ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ

            Η επόμενη διεύρυνση της ΕΟΚ αφορά την ένταξη της Ελλάδας και δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός, ότι αποτέλεσε μια καθαρά πολιτική απόφαση, που δεν στηρίχθηκε στην ικανοποίηση των τυπικών τεχνοκρατικών προδιαγραφών που είθισται να τίθενται στα υποψήφια μέλη. Η επταετής δικτατορία 1967-74 είχε προκαλέσει αναστολή των διαδικασιών προετοιμασίας για ένταξη, που είχαν ξεκινήσει με την συμφωνία σύνδεσης του 1961 που αποτελούσε την πρώτη τέτοια διεθνή πράξη της ΕΟΚ, πράγμα που δείχνει την αυξανόμενη ελκυστικότητα της ενοποιητικής διαδικασίας (Χατζηβασιλείου, 2002, σ. 462).
            Συνεπακόλουθα, η χώρα υπολειπόταν και οικονομικά και διοικητικά από τις απαιτήσεις που συνεπαγόταν η ένταξη. Η ανάγκη όμως εμπέδωσης της δημοκρατίας και κάλυψης του χαμένου εδάφους στην οικονομική ανάπτυξη, η αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά στην οποία στηρίχθηκε η ευρωπαϊκή, η στρατηγική ακόμα τότε γεωγραφική θέση της Ελλάδας, καθώς και η συγκυρία ευνοϊκών σχέσεων των τότε ηγετών Γερμανίας, Γαλλίας, Ελλάδας, οδήγησαν σε παράκαμψη της αρνητικής εισήγησης της Επιτροπής και υπογραφή της ένταξης το 1979 με ισχύ από το 1981 (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 110-111).  
            Για την Ελλάδα, η ένταξη στην ΕΟΚ αποτελούσε πρωτίστως πολιτική και οικονομική επιδίωξη, για την κατοχύρωση της δημοκρατίας στο εσωτερικό, την ενσωμάτωση στο δυτικοευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα, την εξισορρόπηση της αμερικάνικης επιρροής, την εξεύρεση πρόσθετων πόρων οικονομικής βοήθειας και την έμμεση κατοχύρωση των εξωτερικών συνόρων από τον Τουρκικό κίνδυνο (Χατζηβασιλείου, 2002, σ. 460 και Λάβδας, 2002, σ. 102).
            Η Ισπανία και η Πορτογαλία ομοίως με την Ελλάδα επιδίωξαν από το 1977 την ένταξή τους, μόλις αποκαταστάθηκε η δημοκρατία με επιχείρημα την παγίωση των δημοκρατικών θεσμών. Ο πολιτικός αυτός παράγοντας και στην περίπτωσή τους επέδρασε στην τελική απόφαση. Επιπλέον όμως επηρέασαν και γεωγραφικοί και οικονομικοί λόγοι, καθώς έτσι συνεχιζόταν η νότια διεύρυνση ενώ διογκωνόταν σε έκταση η κοινή αγορά, με συνεπακόλουθη αύξηση εξαγωγών από τις βόρειες χώρες. Η ευνοϊκή συγκυρία σοσιαλιστικής διακυβέρνησης τόσο στις υπό ένταξη χώρες όσο και στη Γαλλία, βοήθησαν στην επίτευξη συμφωνίας το 1985 με ισχύ από το 1986, ενώ έτσι συνεχίστηκε η επίδειξη ευνοϊκής διάθεσης και αλληλεγγύης προς τις πιο αδύναμες οικονομίες του Νότου (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 111-113). 


Η ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ

            Η ‘εσωτερικού’ τύπου διεύρυνση που μετέβαλε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έλαβε χώρα το 1990 και αφορούσε την επανένωση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας σε ένα ενιαίο κράτος. Ήταν μια διεύρυνση που επιβλήθηκε από τις ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και του Τείχους του Βερολίνου. Ταυτόχρονα, η μεγάλη πρόκληση για την Κοινότητα ήταν να διακριβωθεί ο ρόλος που θα έπαιζε η ενιαία Γερμανία στα πλαίσια της ενοποίησης, όντας η πιο ισχυρή οικονομία με δυνατότητες διείσδυσης στα ανατολικά κράτη. Για πολλούς στην Ευρώπη ξύπνησαν πρόσκαιρα οι φόβοι για μια μεγάλη αυτοτελή ηγεμονική και επηρεασμένη από το ιστορικό της παρελθόν Γερμανία. Τελικά η συμφωνία Γαλλίας-Γερμανίας για την ΟΝΕ, αποτέλεσε μια μορφή φοβικού συμψηφισμού των δύο πλευρών (ανησυχία για την επιβίωση του ισχυρού μάρκου για τους Γερμανούς και ανησυχία για την  διόγκωση του γερμανικού κράτους για τους Γάλλους). Η συμφωνία σηματοδοτεί την σύμπλευση της Γερμανίας με τους λοιπούς κοινοτικούς εταίρους και την προώθηση του μηχανισμού ολοκλήρωσης προς μια μελλοντική πολιτική ένωση (στο ίδιο, σ. 135-136). 


Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΕΡΜΑΧΩΝ ΤΗΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ

            Η διχαστική λογική του Ψυχρού Πολέμου είχε αφήσει κάποια ευρωπαϊκά κράτη ανεπηρέαστα και προσκολλημένα στη λογική της τήρησης ίσων αποστάσεων και ουδετερότητας. Μερικά εξ αυτών μάλιστα όπως η Αυστρία, είχαν κάνει σαφείς αναφορές περί ουδετερότητας στο Σύνταγμά τους. Τα κράτη αυτά για λόγους συμπόρευσης και αποφυγής του αποκλεισμού τους από τις εξελίξεις και λιγότερο λόγω της φιλοευρωπαϊκής τους ιδεολογίας, αποφάσισαν να χτυπήσουν την πόρτα της Ευρώπης αιτούμενα ένταξη. Η Αυστρία πρώτη το 1989, η Σουηδία το 1991 και οι Φινλανδία, Νορβηγία, Ελβετία το 1992, κατέθεσαν αιτήσεις θεωρώντας ότι η πολιτική εξωτερικών και ασφάλειας της ΕΕ, δεν ήταν ασύμβατη με την ουδετερότητα τους (στο ίδιο, σ. 155-156). 
            Από τη σκοπιά της Ευρώπης, οι παραπάνω χώρες αν και μικρές ήταν ισχυρές οικονομικά και ανεπτυγμένες, μέλη ήδη του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου, που εφάρμοζαν την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, κεφαλαίων, υπηρεσιών και ανθρώπων χωρίς να απαιτούν βαθιές μεταρρυθμίσεις. Θα ενίσχυαν μάλιστα όχι μόνο την ενοποιητική προοπτική, αλλά και τα κοινοτικά ταμεία με περισσότερα χρήματα από όσα θα ελάμβαναν. Με βάση λοιπόν οικονομικά κριτήρια και εφόσον θα αποδέχονταν το κοινοτικό κεκτημένο και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η αποδοχή τους ήταν εύκολη, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η κρίση του λαού στα σχετικά δημοψηφίσματα εμπόδισε την τελική ένταξη, όπως σε Ελβετία και Νορβηγία (στο ίδιο, σ. 156-159). 


Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΟΛΑΣ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ

            Την περίοδο της γερμανικής ενοποίησης, η ίδια ιστορική συγκυρία (πτώση υπαρκτού σοσιαλισμού) επιβάλει αναθεώρηση των μεθόδων και διαδικασιών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με στόχο την αναζήτηση μιας ιδεατής αρχιτεκτονικής με κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο, που θα επιτρέψει την συμμετοχή των πρώην ανατολικών κρατών στην ενοποιητική προσπάθεια. Στόχος είναι να αποτραπεί η αποκοπή των χωρών αυτών και ο εγκλωβισμός τους σε καθεστώς ανέχειας, ανασφάλειας και αστάθειας με ότι κινδύνους αυτό συνεπάγεται. Για να γίνει αυτό επιβαλλόταν η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης στο πολιτικό επίπεδο, ώστε να υπάρχουν δομές που να καθιστούν δυνατή την ενεργή συνδρομή της Κοινότητας στην προσπάθεια μεταρρύθμισης των χωρών αυτών για επίτευξη δημοκρατικών θεσμών και οικονομίας της αγοράς (στο ίδιο, σ. 134-135). 
            Οι ίδιες οι ανατολικές χώρες πίεσαν ανοιχτά για την τελική τους ένταξη για πολιτικούς κυρίως λόγους. Η ανάγκη εγκαθίδρυσης ασφάλειας και σταθερότητας, αποτέλεσαν κύρια αιτία για την προς Ανατολάς διεύρυνση. Η έως τότε ‘πολιτική αναμονής’ της ΕΕ που βασιζόταν στις μη δεσμευτικές για αυτήν Συμφωνίες Σύνδεσης του 1990, μετατράπηκε το 1993 στη Σύνοδο της Κοπεγχάγης σε πολιτική ενεργούς συμπαράστασης, με στόχο την τελική ενσωμάτωση των συνδεδεμένων κρατών στην ευρωπαϊκή οικογένεια (Μαντά, 2005, κεφ. 3.7, σ. 10).
            Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αρνήθηκε να αδιαφορήσει για αυτές τις χώρες, αποφασίζοντας για λόγους πολιτικούς και στρατιωτικούς να τις συμπεριλάβει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Γεω-στρατηγικά η Ευρώπη στόχευε στην ειρηνική ανακατάληψη της ηπείρου από τον σοβιετικό έλεγχο, ειδικά στα Βαλκάνια και τη Βαλτική (Foucher, 2009). Ταυτόχρονα η ίδια η ιστορία υπαγόρευε το ηθικό καθήκον της ευρωπαϊκής συνδρομής στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική αναμόρφωση των κρατών αυτών, παρόλο που οι οικονομικοί τους δείκτες ήταν απαγορευτικοί για την ένταξή τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια (Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 188). 
            Η διεύρυνση με τα ανατολικά κράτη σηματοδοτούσε μια προοπτική για πιο εκτεταμένη, ανταγωνιστική και δυναμική εσωτερική αγορά που όμως αν δεν αξιοποιούνταν κατάλληλα και έγκαιρα θα μετατρεπόταν σε κίνδυνο για όλη την ήπειρο. Η κατάρρευση των πρώην σοσιαλιστικών οικονομιών θα συρρίκνωνε τις επιχειρηματικές προσδοκίες και κυρίως θα δημιουργούσε τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα, με απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες (Μαντά, 2005, κεφ. 3.1, σ. 2).
            Περίπου μια δεκαετία μετά την αίτηση ένταξης των περισσότερων πρώην ανατολικών χωρών, η δυσκολότερη και πιο σύνθετη διεύρυνση ολοκληρώθηκε. Μετά από τρεις φάσεις επίπονων μεταρρυθμίσεων και διαπραγματεύσεων, με στόχο την εμπέδωση της δημοκρατίας και την αναμόρφωση της νομοθεσίας, της οικονομίας και της διοίκησης και παρά τις διαφοροποιήσεις κάθε κράτους σε επίπεδο θεσμών, ανάπτυξης και ιστορικής διαδρομής, η διαιρεμένη Ευρώπη επανενώθηκε. Μαζί με τις ανατολικές χώρες έκλεισε και ο κύκλος της διεύρυνσης προς το νότο με την ένταξη Κύπρου και Μάλτας (στο ίδιο, σ. 190 & 192 & 200). Η ενταξιακή εκκρεμότητα Ρουμανίας και Βουλγαρίας έκλεισε το 2007 όταν κατόρθωσαν να ικανοποιήσουν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η αποδοχή των αιτήσεων προσχώρησης των δύο χωρών συνδέεται με τις πολύ θετικές επιδόσεις τους στους οικονομικούς δείκτες, ψηλότερα και από τις μέσες ευρωπαϊκές (Λεοντίδου, 2008, σ. 92-93 και Χριστοδουλίδης, 2010, σ. 198).


ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ - ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

            Είδαμε έως τώρα τη διαρκή και εξελικτική επέκταση των συνόρων της Ευρώπης μέσα από μια πορεία με εμπόδια, πισωγυρίσματα, καθυστερήσεις και επιταχύνσεις, διακανονισμούς και συμψηφισμούς, διαπραγματευτικούς συμβιβασμούς και αλληλέγγυες παραχωρήσεις. Το ενοποιητικό όραμα παραμένει ζωντανό, ισορροπώντας πάνω στο εύθραυστο μεταίχμιο μιας διακυβερνητικής συνεργατικής αλλά εθνικά κυρίαρχης οργανωτικής δομής και μιας υπερεθνικής πολιτικής ομοσπονδιακής προοπτικής. Η καμπή είναι πλέον κρίσιμη και τα βασικά ερωτήματα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ : Έχουν νόημα ύπαρξης οι ‘Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης’ του Τσώρτσιλ ? Τελικά μέχρι ΠΟΥ μπορούν να φτάσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα ? Οι απόψεις διίστανται και όπως ιστορικά πάντα υπήρχαν οι σκεπτικιστές και οι υπέρμαχοι της ενοποιητικής πορείας, έτσι και τώρα η επιχειρηματολογία κυμαίνεται από το ‘άνοιγμα’ της ευρωπαϊκής αγκαλιάς σε όλους τους ενδιαφερόμενους που πληρούν τα τεχνοκρατικά κριτήρια, έως την οριοθέτηση σφιχτών ποιοτικών μη-μετρήσιμων κριτηρίων.
            Σύμφωνα με τον Valery Giscard dEstaing, τα σύνορα της Ευρώπης πρέπει να ανταποκρίνονται σε κριτήρια γεωγραφικά και πολιτισμικά, έτσι ώστε να υπάρχει εδαφική ομοιογένεια αλλά και ταύτιση των πολιτών με μια κοινή ταυτότητα. Όσον αφορά την πολιτισμική ταυτότητα, ο Giscard dEstaing ζητά να ληφθούν υπόψη η θρησκευτική, πολιτιστική και ανθρωπιστική κληρονομιά, έννοιες που συνοψίζονται στον χριστιανισμό, τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και τον φιλοσοφικό ορθολογισμό του 19ου αι. Θα είναι προαπαιτούμενο οι υποψήφιες χώρες να μοιράζονται τουλάχιστον δύο από τα παραπάνω στοιχεία, ώστε να υπάρχει μια ομοιογενής ενσωμάτωση. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η Ευρώπη των 27 και η προσθήκη Νορβηγίας, Ελβετίας και υπολειπόμενων Βαλκανικών κρατών, σχηματίζουν μια καθαρά ‘ευρωπαϊκή’ Ευρώπη, που δεν διαπνέεται από παρελθοντικά ιμπεριαλιστικά οράματα ώστε να επιδιώξει την περεταίρω διόγκωσή της (Giscard dEstaing, 2005).
            Είδαμε επίσης ότι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με νέα μέλη και η εξάπλωσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, αποτέλεσε βασικό εργαλείο στρατηγικής, ειδικά μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (Μαντά, 2005, κεφ. 2.1, σ. 2). Ο Foucher θεωρεί ότι η συμβατική εδαφική επέκταση δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον αποτελεσματικά για τον ‘εξευρωπαϊσμό’ της ηπείρου και πρέπει να ξεκαθαρίσει η φιλοσοφία της ΕΕ σε αυτόν τον τομέα. Εάν στόχος είναι μια οντότητα με σαφή ιστορικά και γεωπολιτικά όρια, στη βάση του πολιτισμού και της κοινής ταυτότητας, τότε θα πρέπει να περιοριστεί σε όσους μοιράζονται τις ίδιες αξίες και παραδόσεις. Η Τουρκία πχ. δεν έχει θέση σε μια τέτοια οντότητα. Αν στόχος όμως είναι η μεθοδική συνεργασία διαφορετικών λαών στη βάση κοινών συμφερόντων και δημοκρατικών αρχών, τότε όσο κι αν τίθενται θέματα εσωτερικής συνοχής, θρησκευτικής διαφοροποίησης και καλής γειτονίας, όριο επέκτασης θα αποτελεί η δυτική Ρωσία (Foucher, 2009).
            Για την ώρα, κύριο μέλημα της ΕΕ είναι να κλείσει τις εκκρεμότητες της Βαλκανικής ενσωμάτωσης (Δυτικά Βαλκάνια) με επιδέξιους χειρισμούς των διμερών διαφορών των προς ένταξη κρατών (Λεοντίδου, 2008, σ. 97 & 109). Στη συνέχεια ίσως θα ήταν θεμιτό ένα διάλλειμα στη διαδικασία διεύρυνσης, ώστε να ενισχυθεί η εσωτερική συνοχή. Προτεραιότητα για την υφιστάμενη Ευρώπη πρέπει να έχει η εμπέδωση απ’ τους πολίτες του αισθήματος του ‘ανήκειν΄, μέσα από την καλλιέργεια κοινής ταυτότητας και ενός αισθήματος υπερεθνικής ταύτισης, που να ξεπερνά την τοπική διαφορετικότητα. Μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για μια Ευρώπη με σαφή σύνορα, εσωτερική αλληλεγγύη, συνοχή και ζωντανή προοπτική πολιτικής ενοποίησης.
            Η μελλοντική επέκταση των συνόρων στην ευρύτερη ‘γειτονιά’, θα είναι εφικτή μόνο εφόσον υπάρξουν ξεκάθαροι ποιοτικοί όροι και προδιαγραφές σύγκλισης από την Ευρώπη, αλλά και συνειδητές επιλογές από τους υποψήφιους όχι μόνο για αποδοχή των οικονομικών ‘πακέτων’ ενίσχυσης και αναδιάρθρωσης, αλλά και για σεβασμό (αν όχι αποδοχή) του αξιακού πλαισίου της ευρωπαϊκής οικογένειας. Αυτό είναι ίσως κάτι που θα μπορούσε να εξεταστεί όχι απαραίτητα υπό το πρίσμα της πλήρους ένταξης τους, αλλά στα πλαίσια ενός ‘κύκλου’ προνομιακής περιφερειακής συνεργασίας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·  ΛΑΒΔΑΣ, Κ. (2002), Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το Β Μισό του 20ου αι. και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
· ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. και λοιποί (2008), Η Ευρωπαϊκή Ένωση την Αυγή της Τρίτης Χιλιετίας: Θεσμοί, Οργάνωση και Πολιτικές, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· ΜΑΝΤΑ, Δ., ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Σ. και ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. (2005), Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό (ΕΔΥ) CD-ROM,  Κεφάλαια 1-3, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· ΜΟΥΣΗΣ, Ν. (2008), Ευρωπαϊκό Ένωση: Δίκαιο-Οικονομία-Πολιτική, 12η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/
· ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ε. (2002), Εισαγωγή στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου, 3η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη.
·   ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, Θ. (2010), Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Ιστορική Διάσταση του Ευρωπαϊκού Εγχειρήματος 1923-2004, 4η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
· FOUCHER, M. (2009), Ποια τα Όρια της Διεύρυνσης ?, Εφημερίδα ‘ΤΟ ΒΗΜΑ’, φύλο 8/11/2009. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://proeuro.gr/articles.php?artid=3440&lang=1&catpid=1
· GISCARD dESTAING, V. (2005), Πού Είναι τα Σύνορα της Ευρώπης ?, Εφημερίδα ‘ΤΟ ΒΗΜΑ’, φύλο 10/3/2005. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://proeuro.gr/articles.php?artid=642&lang=1&catpid=2


© Ιωάννης Ζήσης 2010

ΕΠΟ20 (Ευρωπαϊκές Τέχνες) - 11/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2010


ΘΕΜΑ

 «Η σταδιακή ενδυνάμωση της σημασίας του ατόμου στην κοινωνία της πρώιμης Αναγέννησης στην Ιταλία, σηματοδοτείται από ένα πλήθος αλλαγών τόσο σε κοινωνικό-ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό-οικονομικό. Χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από τον χώρο της Ζωγραφικής, της Αρχιτεκτονικής και της Γλυπτικής, δείξτε διαμέσου συγκρίσεων, τη διάσταση αυτή του προσωπικού στοιχείου στην αναγεννησιακή Τέχνη, σε αντιπαράθεση με τη Γοτθική.
Η κλιμακούμενη, επίσης, απεξάρτηση από τον εναγκαλισμό του θεοκρατικού πνεύματος αντανακλάται στην ανάπτυξη της κοσμικής μουσικής κατά τον 15ο αιώνα στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία. Με ανάλογο τρόπο, όπως και στις υπόλοιπες Τέχνες, αποδείξτε το γεγονός, περιγράφοντας τις καινούργιες τεχνικές κατακτήσεις της Μουσικής και τη θεματολογία της, μέσα από τη σύντομη περιγραφή τριών παραδειγμάτων.»


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
◦ Παράγοντες ενδυνάμωσης της ατομικότητας
◦ Η επίδραση των παραγόντων στις τέχνες μέσα από συγκριτικά παραδείγματα
◦ Το πλαίσιο απεξάρτησης της μουσικής από τον θεοκρατικό εναγκαλισμό
◦ Παραδείγματα που πιστοποιούν την απεξάρτηση της μουσικής
◦ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Το παρόν θέμα πραγματεύεται την ανάδειξη της ατομικότητας και του ανθρωποκεντρισμού ως δομικό στοιχείο που σημάδεψε τη διαδικασία μετάβασης από την γοτθική στην αναγεννησιακή τέχνη. Επιπλέον το θέμα ασχολείται με την απεξάρτηση της μουσικής του 15ου αι. από την θεοκρατική παράδοση. Οι δύο αυτοί παράμετροι είναι ουσιαστικά αλληλένδετοι καθώς εκφράζουν την ανθρώπινη ανάγκη για απελευθέρωση από τα δεσμά, υπερπήδηση των έως τότε ανθρώπινων ορίων και ενατένιση ενός μέλλοντος όπου τίποτα δεν είναι προεπιλεγμένο ή εκ των άνω επιβεβλημένο.
             Η τοποθέτηση του ανθρώπου στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ως αποτέλεσμα που υποκινήθηκε από ένα πλήθος ιστορικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μετεξελίξεων της περιόδου ως τον 15ο αι. απεικονίστηκε στις τέχνες και τη μουσική με τρόπο σαφή και διακριτό. Στόχος της εργασίας είναι πρώτα να περιγράψει το πολιτικο-οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η τάση αυτή και κατόπιν να εξετάσει το βαθμό επιρροής των τεχνών από αυτή την εξέλιξη.
            Αρχικά λοιπόν θα γίνει παρουσίαση των συνθηκών και παραγόντων που διαμόρφωσαν την πραγματικότητα μέσα στην οποία διαμορφώθηκε μια νέα τεχνοτροπία στην αρχιτεκτονική, την γλυπτική, τη ζωγραφική και τη μουσική. Ακολούθως με τη μέθοδο των συγκριτικών παραδειγμάτων θα γίνει αντιπαραβολή αντιπροσωπευτικών από κάθε περίοδο έργων από την αρχιτεκτονική, την γλυπτική και τη ζωγραφική με σκοπό να φανεί η ανάδειξη της σημασίας του ατόμου καθώς πλησιάζουμε τον 15ο αι. Για την μουσική θα παρατεθούν τρία παραδείγματα υπό χρονολογική και ιστορική εξέλιξη τα οποία επίσης θα αποδεικνύουν τη σταδιακή απαγκίστρωση της μουσικής σύνθεσης από τις μεσαιωνικές θεολογικές νόρμες.
            Εν κατακλείδι, θα γίνει μία σύνοψη του βασικού συμπεράσματος ότι δηλαδή η πορεία της ανθρώπινης νόησης και δυναμικής μέσα από μεταβατικά περάσματα σε νέες κατακτήσεις, αντικατοπτρίζονται με τρόπο σαφή και διακριτό στον τρόπο που ο άνθρωπος εκφράζεται μέσα από τις τέχνες. Ειδικότερα η αυτοπραγμάτωση του αναγεννησιακού ανθρώπου που αποκτά συνείδηση των δυνατοτήτων του και στρέφει το βλέμμα ψηλά χωρίς τον υποτακτικό φόβο του μεσαίωνα, είναι το πρώτο βήμα για τις κατακτήσεις μιας λαμπρής εποχής που έπεται.


ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ


Το Γενικό Πλαίσιο            

            Από τον 12ο έως και τον 15ο αι. στην Ευρώπη λαμβάνουν χώρα σημαντικές ανακατατάξεις στην οικονομία, την πολιτική οργάνωση, την κοινωνική ιεράρχηση και την ιδεολογική θεώρηση. Πεδίο εφαρμογής αυτών των αλλαγών αποτελούν οι πόλεις που σταδιακά μετατρέπονται σε ζωντανούς πυρήνες της καλλιτεχνικής δραστηριότητας (Αλμπάνη, 2008, σ.41).
            Οι μαζικές μεταναστεύσεις προς τα αστικά κέντρα χαλαρώνουν τους δεσμούς υποτέλειας και οι πόλεις μετατρέπονται σε κέντρα εμπορίου και συναλλαγών. Η αντικατάσταση της πληρωμής σε είδος με χρηματικά συμβόλαια, εδραιώνει τον εκχρηματισμό της οικονομίας (Γαγανάκης, 1999, σ.33&35). Καθώς εδραιώνονται οι χρηματικές συναλλαγές και αναπτύσσεται η βιοτεχνία καταναλωτικών αγαθών, διευκολύνεται η εμπορική δραστηριότητα και οι επενδύσεις. Οι ανώτερες τάξεις επιδίδονται σε ένα επιτηδευμένο και επιδεικτικό τρόπο ζωής που συνοδεύεται από αυξημένο ενδιαφέρον για τις τέχνες (Nicholas, 2000, σ.219&232-234).
            Το ενδιαφέρον αυτό εκφράζεται με τη μορφή χορηγιών από τους εκπρόσωπους του νέου πλούτου, αστούς, εμπόρους και τραπεζίτες σε ένα ιδιότυπο ανταγωνισμό με την παραδοσιακή αριστοκρατία για την ανέγερση και διακόσμηση εκκλησιών και μεγάρων. Είναι η εποχή που η ατομικότητα αποκτά αξία και αναγνώριση πράγμα που αφορά πλέον και τον ίδιο τον καλλιτέχνη-δημιουργό ο οποίος ξεφεύγει από την ανωνυμία και υπογράφει τα έργα του  (Αλμπάνη, 2008, σ.49-50&72-73).
            Ταυτόχρονα, εντός των πόλεων δημιουργούνται ισχυρές συντεχνιακές συσσωματώσεις, με αιτήματα, προνόμια, δικαίωμα ψήφου και σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Το συντεχνιακό σύστημα συνέβαλε στην πολιτιστική ανάπτυξη αναλαμβάνοντας την ανέγερση και διακόσμηση ναών και μεγάρων (Αλμπάνη, 2008, σ.41).
            Η εξέλιξη των πόλεων αποτελεί βασικό στοιχείο της γενικότερης πολιτιστικής ανάπτυξης, καθώς οι πόλεις αποκτούν ένα βαθμό αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης, πολικής και οικονομικής, που αντανακλά την ανάγκη του ανθρώπινου πνεύματος να απεγκλωβιστεί από τα θεοκρατικά δεσμά. Η αυτοδιοίκηση των πόλεων δημιουργεί νέα αξιώματα, νέες κοινωνικές διαβαθμίσεις και ευκαιρίες για τους αστούς να αναδείξουν τις προσωπικές τους δεξιότητες (Γκότσης, 2001, σ.49).


Η Ιταλική ‘Ιδιαιτερότητα’

            Η Ιταλία ειδικότερα, αρχίζει να παρουσιάζει μια σταδιακή διαφοροποίηση από την υπόλοιπη Ευρώπη, ιδιαίτερα εμφανή στις διαφορετικές εκφάνσεις της τέχνης, ως αποτέλεσμα συγκυριών και τοπικών ιδιομορφιών, που την τοποθέτησαν πρώτη στον προθάλαμο της Αναγέννησης.
            Από τον 11ο αι. στην Ιταλία αποκαταστάθηκε η πολιτική σταθερότητα πράγμα που ευνόησε την εμφάνιση των πρώτων ανεξάρτητων πόλεων. Στις Ιταλικές πόλεις-κράτη η συσσώρευση πλούτου από το εμπόριο και τον τραπεζικό τομέα, οδήγησε σε ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας με δημοτικά κτίρια και καθεδρικούς ναούς που παιάνιζαν την αστική ταυτότητα και υπερηφάνεια (Αλμπάνη, 2008, σ.49). Αυτές οι κατεξοχήν εμπορικές πόλεις ανέπτυξαν πλούσια οικονομική και πολιτιστική δράση. Τα αρχιτεκτονικά κτίσματα αν και διατήρησαν την ρομανική τεχνοτροπία για πρώτη φορά παρουσιάζουν ελαφρότητα και πολυχρωμία. Σε συνδυασμό με υπερτοπικά στοιχεία και μιμήσεις ρωμαϊκών κτιρίων διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο ύφος. Στην Τοσκάνη ειδικά αναπτύχτηκαν εκείνα τα κλασσικά μορφολογικά στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν στη συνέχεια την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική (Αλμπάνη, 2008, σ.38-39).
            Η εδραίωση του παπισμού τον 13ο αι. ως ανεξάρτητη πολιτική οντότητα με ιδιότητες επιδιαιτητή στις κοσμικές διαμάχες, αναδύει την πόλη της Ρώμης από την αφάνεια. Η ισχυροποίηση του Πάπα συνεπάγεται μεγαλύτερη προβολή της πνευματικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας της έδρας του παπισμού ως τον 14ο αι. που η έδρα μεταφέρθηκε στη γαλλική Αβινιόν (Αλμπάνη, 2008, σ.48). Έως τότε, η εκκλησία μέσα στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό του μεσαίωνα, αντικαθιστούσε στη συνείδηση του λαού το κοσμικό κράτος. Στην προσπάθεια να χειραφετηθεί από την κοσμική εξουσία ενισχύει τα μοναχικά τάγματα προκειμένου να  δημιουργήσει ένα ‘πνευματικό στρατό’ που να επηρεάζει και να κατευθύνει τη ζωή των πιστών. Ειδικά τα τάγματα Φραγκισκανών και Δομινικανών του 13ου αι. άσκησαν αξιοσημείωτη επίδραση στις τέχνες (Ράπτης, 1999, σ. 87 & 89 και Αλμπάνη, 2008, σ.48-49).
            Στις νέες αστικές κοινωνίες των ιταλικών πόλεων αναγνωρίζεται η ανάγκη για ένα είδος αλήθειας που όπως στα αρχαία κλασσικά κείμενα θα βασίζεται στην επιχειρηματολογία και σε ένα τρόπο σκέψης πιο ‘επιστημονικό’ και ορθολογικό, που έως τότε είχε υποβαθμιστεί από τον εκκλησιαστικό μυστικισμό (Γκότσης, 2001, σ.49-50 και Αλμπάνη, 2008, σ72). Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και η παρατήρηση της φύσης και του ανθρώπινου σώματος έδωσαν στους καλλιτέχνες νέα εφόδια. Η ανακάλυψη της τυπογραφίας έκανε εφικτή τη διάδοση της γνώσης. Η ανακάλυψη νέων χωρών αύξησε τον πλούτο και χάρισε υπερηφάνεια και σιγουριά. Όλα αυτά έφεραν τον άνθρωπο και τις δυνάμεις του στο επίκεντρο του κόσμου. Ο ανθρωποκεντρισμός σχηματοποιήθηκε στην αρχιτεκτονική, την προσωπογραφία και άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις. Αυτός ο ‘ουμανισμός’ εκφράστηκε με την αναβίωση των κλασσικών γραμμάτων και καλλιτεχνικών προτύπων (Αλμπάνη, 2008, σ.73).

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

            Η ιδέα της αναβίωσης-αναγέννησης ήταν πάντα στην ιδιοσυγκρασία των Ιταλών που ενδόμυχα αποζητούσαν την ανασύσταση του ρωμαϊκού μεγαλείου. Επειδή μάλιστα θεωρούσαν τους Γότθους υπεύθυνους για την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονόμασαν την τέχνη του μεσαίωνα γοτθική δηλαδή βάρβαρη και θεώρησαν πως ρόλος τους ήταν να αναστήσουν το ένδοξο παρελθόν. Ειδικά στην πόλη της Φλωρεντίας αυτή η ελπίδα και προσμονή ήταν ιδιαίτερα έντονη και από εκεί μια ομάδα καλλιτεχνών αποφάσισε να χαράξει καινούργια μονοπάτια στις τέχνες αποτινάζοντας τις ιδέες του παρελθόντος (Gombrich, 1998, σ.223-224).


Το ‘νέο’ και το ‘παλιό’ στην Αρχιτεκτονική

            Ο Φίλιππο Μπρουνελέσκι αποτελεί μια ηγετική φυσιογνωμία της πρώιμης αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής που ήρθε σε σύγκρουση με το γοτθικό παρελθόν επιδιώκοντας ένα νέο τρόπο δόμησης. Βασιζόμενος σε κλασσικού τύπου φόρμες (κολόνες, αετώματα κλπ) διαμόρφωσε μια νέα κατασκευαστική αρμονία και ομορφιά. Στο παρεκκλήσι της οικογένειας Πάτσι που έχτισε το 1430 στη Φλωρεντία, ο αρχιτέκτονας ταιριάζει κίονες, πεσσούς και αψίδες με τρόπο τέτοιο που να παράγεται μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελαφρότητας και χάρης (Gombrich, 1998, σ.224). Είναι ευδιάκριτη η υπεροχή του οριζόντιου άξονα καθώς και μιας συμμετρίας των όγκων εσωτερικά και εξωτερικά τόσο στα παράθυρα όσο και στις πόρτες. Είναι επίσης χαρακτηριστικός ο τρούλος με το φανό στην κορυφή ως αναγεννησιακή καινοτομία (Αλμπάνη, 2008, σ.77).
            Το πλαίσιο της εισόδου με το αέτωμα παραπέμπει σε αρχαίο κτίριο ενώ ειδικά στο εσωτερικό τα γοτθικά στοιχεία είναι αόρατα καθώς λείπουν τα ψηλά παράθυρα και οι λεπτοί κίονες. Οι τοίχοι χωρίζονται με πεσσούς που όμως δεν έχουν πρακτική αλλά μόνο αισθητική αξία, ως μέτρο των αναλογιών και του σχήματος του εσωτερικού χώρου (Gombrich, 1998, σ.225).
            Το προσωπικό στοιχείο έγκειται στις αναλογίες των μεγεθών που είναι πιο ανθρώπινες. Δεν έχουμε την επιβλητικότητα του ύψους και του μεγέθους και ο ναός δεν επιβάλει την μυστηριακότητά του στον πιστό. Αντίθετα έχουμε ένα αίσθημα οικειότητας και ‘λαϊκότητας’ που προκαλεί στον πιστό την διάθεση να κάνει ‘χρήση’ του ναού για την ψυχική του τόνωση. Ο άνθρωπος οικειοποιείται τον χώρο και η εκκλησία γίνεται έτσι ο ‘δικός’ του ναός, δεν χάνεται μέσα στην αχανή έκταση ούτε νιώθει μικρός και ασήμαντος μπροστά στη Θεία χάρη.
            Η θεμελιώδης αντίθεση είναι ευδιάκριτη αν προχωρήσουμε σε σύγκριση με ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γοτθικής αρχιτεκτονικής όπως αυτό του Sainte Chapelle στο Παρίσι. Θεωρείται από τα ιστορικότερα γαλλικά μνημεία. Πρόκειται για ανακτορικό παρεκκλήσι που στέγασε ιερά λείψανα στα μέσα του 13ου αι. Χαρακτηρίζεται από υπέροχα βιτρό μεγάλου μεγέθους που αντικαθιστούν τους τοίχους του πάνω ορόφου (Αλμπάνη, 2008, σ.43-44).
            Το εσωτερικό είναι επιβλητικό με πανύψηλο θόλο και πολλούς λεπτούς κίονες που δικτυώνονται σε πλέγμα διατρέχοντας τις επιφάνειες και περικλείοντας τα πανύψηλα παράθυρα. Ο επισκέπτης νιώθει να εκμηδενίζεται ως κάτι μικρό και ασήμαντο μπροστά στο μεγαλείο και ξεχνά ότι βρίσκεται μέσα σε ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Νιώθει σαν να βρίσκεται σε ένα μεγαλειώδες όραμα με άπλετο φως, χρώματα και λάμψεις αντάξιο της ουράνιας δόξας. Μιας δόξας όμως που μπορεί να δει και να αντιληφθεί αλλά όχι να νιώσει, του επιδεικνύεται σαν εξ αποστάσεως θέαμα διαθέσιμο για θαυμασμό αλλά όχι για διάδραση και συμμετοχή. Ο άνθρωπος δεν νιώθει αυτόνομη δυναμική οντότητα αλλά μικρό ψήγμα ταπεινοφροσύνης προσγειωμένος στο έδαφος ενώ όλα γύρω του αιωρούνται προς τα πάνω.


Το ‘νέο’ και το ‘παλιό’ στη Γλυπτική

            Η γλυπτική γνώρισε μεγάλη διάδοση στην πρώιμη αναγέννηση και το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η τάση των καλλιτεχνών να απεικονίζουν τις μορφές με πιστότητα και αντικειμενικότητα σχεδόν νατουραλιστική. Παρόλο που οι καλλιτέχνες της γοτθικής σχολής έδωσαν σημασία στη ρεαλιστική απόδοση των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων, η μεσαιωνική τέχνη, συνέχιζε να δίνει έμφαση στο αφηρημένο σχέδιο. Αντίθετα οι Ιταλοί της πρώιμης αναγέννησης μέσα από την μελέτη των αρχαίων γλυπτών και χρησιμοποιώντας τις γεωμετρικές αρχές της προοπτικής έφτιαξαν έργα σχεδόν νατουραλιστικά με πλούτο εκφράσεων και φυσικότητα στις αναλογίες (Αλμπάνη, 2008, σ.81 και Burns, 1983, σ.56).
            Ο Ντονατέλο υπήρξε ο μεγαλύτερος γλύπτης του 15ου αι. μέλος του κύκλου του Μρουνελέσκι από τον οποίο διδάχτηκε τους κανόνες της προοπτικής. Το έργο του χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, φαντασία και πειραματισμό και τα βασικά στοιχεία που το διακρίνουν είναι η φυσικότητα της ανθρώπινης μορφής, η προοπτική του χώρου και η αρχαϊζουσα απόδοση των θεμάτων (Αλμπάνη, 2008, σ.85). Ο Άγιος Γεώργιος που λαξεύτηκε κατά παραγγελία της συντεχνίας των οπλουργών της Φλωρεντίας αποτελεί χαρακτηριστικό υπόδειγμα έργου.
            Ο Ντονατέλλο τοποθετεί τον Άγιο Γεώργιο σε μια στερεή και ακλόνητη βάση σε στάση που αποπνέει αποφασιστικότητα και σιγουριά. Ο Άγιος κοιτά με βλέμμα έντονο συγκεντρωμένο και ενεργό, έτοιμος να κρίνει και να δράσει κατάλληλα. Το σώμα είναι ευθυτενές και σε εγρήγορση, η γροθιά σφιγμένη και δυναμική, η ασπίδα σε θέση ετοιμότητας. Ένας άγρυπνος φρουρός που παρατηρεί και συνάμα προειδοποιεί με το ύφος του τον εχθρό. Ο Άγιος Γεώργιος του Ντονατέλλο θα μπορούσε στην σημερινή εποχή να αποτελούσε Προστάτη Άγιο των Σωμάτων Ασφαλείας.
            Άλλο χαρακτηριστικό του αγάλματος είναι ότι παρουσιάζει μια νεανική μορφή γεμάτη ενεργητικότητα, σχεδόν αυθάδεια και όχι μια σεβάσμια ηλικιακά και εκφραστικά μορφή. Η ετοιμότητα για κίνηση και ενέργεια δεν μειώνει καθόλου την σταθερότητα των ποδιών στο έδαφος, ενώ η έκφραση στο πρόσωπο και το μέτωπο παραπέμπει σε γνώση και μελέτη του ανθρώπινου σώματος (Gombrich, 1998, σ.230). Είναι τέλος σαφές ότι ο δημιουργός δεν στοχεύει σε μια ευχάριστη αναπαράσταση του Αγίου αλλά σε μια δυναμική παρουσίαση του προτύπου του πολεμιστή, σύμφωνα με τις επιθυμίες προφανώς της συντεχνίας οπλουργών που το παρήγγειλε.
            Σε αντίθεση με τον Ντιονατέλλο, τα γοτθικά αγάλματα της Βόρειας Πύλης του καθεδρικού ναού της Σαρτρ, αιωρούνται στη σειρά επιβλητικά μεν αλλά πράα και υπερκόσμια γαλήνια. Οι απεικονίσεις των θρησκευτικών προσώπων είναι εκλεπτυσμένες αλλά συνάμα και ουδέτερες χωρίς εκφραστική δύναμη. Οι πτυχώσεις των ενδυμάτων χρησιμοποιούνται για να διαγράψουν τις λεπτομέρειες του σώματος ενώ οι χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις των αντικειμένων που κρατούν είναι συμβολικά αναγνωριστικές της ταυτότητας των απεικονιζόμενων προσώπων (Gombrich, 1998, σ.190).
            Ενώ λοιπόν η χάραξη των προσώπων δεν είναι υποδηλωτική της διαφοροποίησης, τα συνοδευτικά χαρακτηριστικά είναι που εξατομικεύουν τους χαρακτήρες. Όμως η αρμονική συνύπαρξή τους σαν ένα κομμάτι ψηφιδωτού που συνθέτουν μια μεγαλύτερη εικόνα, παραπέμπει στην συλλογικότητα παρά στην ατομικότητα. Το μήνυμα προς τον πιστό είναι να στοχάζεται ως εν συνόλω τη θέση του στο εκκλησίασμα, ως μέρος ενός όλου, ως γρανάζι μιας μηχανής (εκκλησία) με κοινό στόχο την σωτηρία, και όχι ως αυθύπαρκτη οντότητα αποκομμένη και ανεξάρτητη.


Το ‘νέο’ και το ‘παλιό’ στη Ζωγραφική

            Οι αναγεννησιακές καινοτομίες με αποκορύφωμα την τελειοποίηση της προοπτικής, βρήκαν εφαρμογή και στη ζωγραφική. Χαρακτηριστικό έργο αποτελεί η Αγία Τριάδα του Μαζάτσιο. Μια πρώτη καινοτομία του έργου είναι ότι τοποθετήθηκε στο ναό Santa Maria Novella της Φλωρεντίας απεικονίζοντας στο βάθος έναν άλλο παρεκκλήσι εμφανώς ‘χτισμένο’ υπό την τεχνοτροπία του Μπρουνελέσκι. Επιπλέον οι μορφές είναι βαριές και ογκώδεις χωρίς γωνίες και καμπύλες, σχεδόν άκαμπτες ενώ σε πρώτο επίπεδο απεικονίζεται ένα μνήμα με ένα σκελετό, σαφώς όχι μια ευχάριστη και ανάλαφρη γοτθική λεπτομέρεια (Gombrich, 1998, σ.229).
            Υπάρχει απλότητα, στερεότητα και μια ιδιαίτερη ειλικρίνεια συναισθημάτων στο έργο σχεδόν σαν κι αυτή που διαφαίνεται στα μάτια της Παναγίας. Ο φωτισμός του έργου επίσης ενώ είναι απροσδιόριστος ως προς την πηγή του φωτός προσφέρει μια διαύγεια εικόνας που παραπέμπει στη διαύγεια του πνεύματος. Η χειρονομία της Παναγίας είναι η μοναδική έκδηλη κίνηση στο έργο όμως είναι αρκετή για να προσδώσει μια επιβλητική εντύπωση. Η παραστατικότητα των μορφών τις κάνει σχεδόν αληθινές, χειροπιαστές και προδιαθέτει τον πιστό να απλώσει το χέρι για να νιώσει ότι συμμετάσχει στα δρώμενα της σκηνής. Η συμμετοχή των ‘χορηγών’ του έργου (προφανώς κατόπιν παραγγελίας τους) εξανθρωπίζει τη σκηνή. Δίπλα στις αναμενόμενες θείες μορφές, η ανθρώπινη παρουσία έστω και σιωπηρή και άκαμπτη υπενθυμίζει ότι η συμμετοχή στην Εκκλησία αποτελεί συνειδησιακή επιλογή και όχι εκ των άνωθεν επιβαλλόμενο αυτοσκοπό.
            Η αντίθεση με τη γοτθική τεχνοτροπία είναι εμφανής εάν αναλογιστούμε τα χαρακτηριστικά της εικόνας από το Ψαλτήριο της Βασίλισσας Μαίρης αγνώστου δημιουργού. Η εικόνα περιέχει πολλές ευχάριστες λεπτομέρειες που δίνουν μια χαριτωμένη αίσθηση στον αναγνώστη. Οι εκφράσεις των παρευρισκόμενων απέναντι στο Χριστό δείχνουν δέος εκφραζόμενο με τυποποιημένες χειρονομίες. Η εικόνα αυτή ουσιαστικά είναι μια ιστορία χωρίς λέξεις στην οποία υπονοούνται μια σειρά από ενέργειες και δραστηριότητες αφηγηματικού τύπου. Οι γονείς του Χριστού εισέρχονται στην αίθουσα και απορούν. Ο Χριστός κάνει την χαρακτηριστική χειρονομία των δασκάλων του μεσαίωνα για να φανεί ότι ουσιαστικά κατηχεί το κοινό (Gombrich, 1998, σ.211).
            Όμως το μέγεθος του Χριστού είναι αταίριαστο και οι αποστάσεις των μορφών συγκεχυμένες. Τα πρόσωπα είναι αδρά χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με σχεδόν ίδια όψη, φρύδια, μαλλιά, γένια, χείλια. Η ‘αφήγηση’ της σκηνής είναι συμβολική και σκοπός της απεικόνισης είναι να περάσει ένα μήνυμα και μια διδαχή και όχι να αναπαραστήσει ρεαλιστικά αλλά να συμπυκνώσει το νόημα και το κυρίαρχου συναίσθημα της εικόνας.  Τέλος οι θερμές χρωματικές αποχρώσεις του κόκκινου χρώματος ενισχύουν το συναίσθημα του αναγνώστη.
            Έχοντας παραθέσει συγκριτικά παραδείγματα τεχνοτροπίας για ζωγραφική, γλυπτική και αρχιτεκτονική, μπορούμε να διαπιστώσουμε και ένα ακόμα στοιχείο που επιτείνει την εκδήλωση της ατομικότητας στην αναγεννησιακή τέχνη. Οι δημιουργοί της ύστερης περιόδου είναι όλοι επώνυμοι, καταξιωμένοι και αναγνωρίσιμοι καλλιτέχνες ενώ τα περισσότερα γοτθικού τύπου δημιουργήματα στέκουν ανυπόγραφα με τους δημιουργούς τους χαμένους μέσα στην αφάνεια που συνεπάγεται η ομογενοποίηση και ο υποβιβασμός των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων που κυριάρχησαν στον πρώιμο και μέσο μεσαίωνα.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟ

            Η πρώτη κοσμική μορφή μουσικής τουλάχιστον στη θεματολογία της ήταν αυτή των περιπλανώμενων τροβαδούρων. Πρόκειται για μια λυρική φόρμα με στίχους που υμνούν τον έρωτα και την ιστορία, που διαφοροποιήθηκε από το γρηγοριανό μέλος. Τα πρώτα έντεχνα πολυφωνικά έργα ήταν τα οργκάνουμ όπου μια δεύτερη φωνή τοποθετούνταν πάνω ή κάτω από την πρώτη σε παράλληλη κίνηση και διαστήματα. Η βασική φωνή στο οργκάνουμ ονομαζόταν cantus firmous ή τενόρ και η υψηλότερη discantus. Η εξέλιξη του μελισματικού οργκανουμ με χρήση σύντομων κειμένων είναι το μοτέτο. Τον 13ο αι. το μοτέτο άλλαξε μορφή και ενώ η βασική φωνή εκκλησιαστικού μέλους διατηρήθηκε οι υπόλοιπες φωνές απέκτησαν κοσμικό χαρακτήρα (Μάμαλης, 2008, σ.30&33-34). Η γέννηση της πολυφωνίας οδηγεί στην μετρική κανονικότητα και στη λεπτομερή σημειογραφία. πράγμα που αποτελεί ταφόπλακα για την εποχή της ανώνυμης δημιουργίας (Machlis, 1996, σ.74).
            Η αναγέννηση δεν υπήρξε μια απότομη υπερπήδηση από μια πρότερη ‘σκοτεινή’ κατάσταση σε μία επόμενη ιδανικά φωτισμένη. Αντίθετα, η αναγέννηση αποτελεί μια σταδιακή διεργασία αναβίωσης των γραμμάτων και τεχνών της κλασσικής περιόδου που ξεκίνησε τον μεσαίωνα και στην οποία συμμετείχαν οι υφιστάμενοι θεσμοί (εκκλησία, μονάρχες, πανεπιστήμια) (Machlis, 1996, σ.90). Στα πλαίσια της αναγεννησιακής τάσης για αναμόρφωση στη βάση των αρχαιοελληνικών προτύπων, ο άνθρωπος επανήλθε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σε αντίθεση με τις μεσαιωνικές άυλες αξίες. Αυτό είναι κάτι που συνέβη και στην αναγεννησιακή μουσική που πλέον δεν αποσκοπεί απλώς στο να γίνεται αποδεκτή από το κοινό αλλά να βιώνεται από αυτό και από τους δημιουργούς της σε όλο το φάσμα των αναγκών, εννοιών και σχέσεων της (Μάμαλης, 2008, σ.46&48). Οι καλλιτέχνες εν γένει στράφηκαν στο κοσμικό στοιχείο επιδιώκοντας να παράγουν έργα βιωματικώς αρεστά από το κοινό και όχι απλά να εξυμνήσουν τον Θεό. Η εφεύρεση της τυπογραφίας βοήθησε στη διάδοση αυτών των ιδεών και μετέβαλε τον μουσικό πολιτισμό με την εκτύπωση έργων και μουσικών μελετών (Μάμαλης, 2008, σ.49).
            Στα τέλη του 13ου αιώνα στη Γαλλία ξεκίνησαν νέες μουσικές τεχνοτροπίες. Αυτή η μεταβολή που οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση του καλλιτέχνη από τις ανησυχίες της εκκλησίας, ονομάστηκε Ars Nova (Νέα Τέχνη), ώστε να αντιδιαστέλλεται με την Παλαιά Τέχνη (Ars Antiqua) της γοτθικής περιόδου. Μια πρώτη διαφορά τους είναι η διαφορετική θεματολογία. Στην Ars Nova το ενδιαφέρον εστιάζεται σε κοσμικά και όχι σε θρησκευτικά θέματα. Επίσης, η διαφοροποίηση τους αφορά μεταβολές στο ρυθμό, στο μέτρο, στην αρμονία και στην αντίστιξη. Κυριότερη μορφή αυτού του ρεύματος ήταν ο Γάλλος συνθέτης και ποιητής Γκυγιόμ ντε Μασό με το έργο του οπίου το κοσμικό μοτέτο ωριμάζει, αποκτώντας μεγαλύτερη ρυθμική ποικιλία και ευελιξία (Μάμαλης, 2008. Σ.37 και Machlis, 1996, σ83).
            Ο 15ος αι. υπήρξε μια χρυσή εποχή για την γαλλική μουσική. Η ανάπτυξη εμπορικών δρόμων και συναλλαγών, διασυνδέσεων και διπλωματικών επαφών ενισχύουν ένα δίκτυο ανεξαρτητοποιημένων από την εκκλησία μουσικών που μετακινούνται ανά την Ευρώπη τη στιγμή που ισχυροί αριστοκράτες συντηρούν δικές τους χορωδίες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον παρατηρείται άνθηση της κοσμικής μουσικής (Μάμαλης, 2008, σ.46-47).
            Επίτευγμα αυτής της περιόδου αποτελεί η Γαλλοφλαμανδική Σχολή που ωθεί στο έπακρο την ανάπτυξη της πολυφωνίας. Η σχολή επιδόθηκε σε συνθέσεις μουσικών έργων τεσσάρων τύπων: λειτουργιών, λατινικών μοτέτων, magnificat και κοσμικών σανσόν. Οι Ντιφέ, Φοντέν, Μόρτον, Όκεγκεμ, Ντε Πρε ξεχωρίζουν ως δημιουργοί αυτής της σχολής. Ο Ντιφέ συνδύασε τη γαλλική παράδοση με ιταλικά και αγγλικά στοιχεία. Η λαϊκή μελωδία ‘κάντους φίρμους’ αποτελεί τεχνοτροπία που δεν υπακούει σε θρησκευτικές επιταγές αλλά σε μουσικές τεχνικές ανάγκες (Μάμαλης, 2008, σ.47-48).


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

            Στο μοτέτο Βοήθεια! Φωτιά-Αλίμονο-Υπάκουος του Machaut, ακούγονται ταυτόχρονα τρεις ξεχωριστές φωνές με διαφορετικά κείμενα (τα 2 με κοσμικό περιεχόμενο). Η υψηλότερη φωνή (triplum), τραγουδάει ένα ποίημα για τον πόνο του εραστή και η μεσαία φωνή (duplum), ένα άλλο ποίημα με παρόμοιο θέμα, ενώ η χαμηλότερη, η θεμέλια φωνή, του τενόρου κρατάει τις νότες μεγάλης αξίας, με ένα μονωδικό άσμα που αναφέρεται στον Χριστό με επιλεγμένα κείμενα. Ττο ζητούμενο είναι ο ακροατής να παρακολουθήσει τη γενική ιδέα παρά τις λέξεις. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι νότες του τενόρου διατάσσονται σύμφωνα με ένα ρυθμικό σχήμα που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα η όλη σύνθεση να προσδιορίζεται. Πρόκειται για τη χαριστική βολή στη θεολογική οικειοποίηση της μουσικής και στη χρονική ομοιογένεια (Μάμαλης, 2008, σ.39 και Mαchlis, 1996. σ.83-84).
           Ο Ζοσκέν ντε Πρε αποτελεί κεντρική μορφή της Γαλλοφλαμανδικής Σχολής καθώς είναι υπεύθυνος για τα φωνητικά έργα σανσόν που αποτέλεσαν σταθμό στην καθιέρωση της πολυφωνίας στην αναγέννηση. Ανέδειξε την κοσμική φόρμα του σανσόν, αντιπροσωπευτικό δείγμα του οποίου αποτελεί το ‘Φιλήστε με’. Με αυτό φτάνει στην κορύφωση της τεχνοτροπίας του με όπου η εξαφωνία οδηγεί στην συνύπαρξη τριών κανόνων με λιτό ύφος. Ο Ζοσκέν έδωσε νέα ώθηση στην κοσμική μουσική του 15ου αιώνα και θεώρησε ότι στίχοι και μουσική πρέπει να συνδέονται στενά ξεπερνώντας την άποψη ότι η μουσική έκφραση είναι επιφανειακή σε σχέση με το κείμενο. Επιχείρησε λοιπόν νέες εκφραστικές συνθέσεις όπου το κοσμικό εισέρχεται στο χώρο του θρησκευτικό και αντίστροφα, είτε με εμφύτευση πολυφωνίας στην κοσμική σύνθεση είτε με εισαγωγή κοσμικής τεχνοτροπίας και έκφρασης στην θρησκευτική μουσική (Μάμαλης, 2008, σ.51).
            Ο Γιοχάνες Όκεγκεμ, μέλος της Γαλλοφλαμανδικής Σχολής, υπήρξε φημισμένος τεχνίτης της αντίστιξης και χαρακτηρίστηκε από αρχιτεκτονική και μελωδική ελευθερία. Εφάρμοζε την τεχνοτροπία του διπλού κανόνα όπου μεταβάλλοντας τις χρονικές αξίες των δύο φωνών, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ύφος από το οποίο έλειπε σε ορισμένες περιπτώσεις το cantus firmus (Μάμαλης, 2008, σ.49-50). Παράλληλα με την ενασχόλησή του με θρησκευτικές φόρμες, υπήρξε συνθέτης κοσμικών έργων, όπως η εκλαϊκευμένη καντσόνα ‘Την Άλλη Χρονιά’. Στο συγκεκριμένο έργο έχουμε μια καθαρά κοσμική θεματολογία όμοια με αυτή των τροβαδούρων: ένας πληγωμένος εραστής αφηγείται τον ανεκπλήρωτο έρωτα που τον οδήγησε στην καταστροφή.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

            Από την ανάλυση που σχηματοποιήθηκε παραπάνω, διαπιστώσαμε ότι η μετεξέλιξη των κοινωνικών, οικονομικών και άλλων συνθηκών που έλαβε χώρα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υποκίνησε μια σταδιακή αλλά βαθιά ιδεολογική μεταβολή. Ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση της δύναμής του και της σημασίας της ατομικότητας για την προσωπική εξέλιξη του. Η εκκλησία χωρίς να χάνει τη δύναμη και τον παρεμβατικό της ρόλο στα μεγάλα ζητήματα, οπισθοχωρεί αφήνοντας ελεύθερο πεδίο στην ανθρώπινη δημιουργικότητα. Οι τέχνες αποτελούν καίριο τομέα έκφρασης και εξωτερίκευσης αυτού του προσανατολισμού.
            Μέσα από μια ‘περιπλάνηση’ στα διαφορετικά ρεύματα, τεχνοτροπίες και προσωπικές εκφράσεις των πετυχημένων δημιουργών της περιόδου, διαπιστώνουμε σε κάθε ευκαιρία την ‘ουμανιστική’ ανάγκη για ελευθερία έκφρασης και απεξάρτηση από νόρμες και προδιαγραφές θεοκρατικής σύλληψης. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η θεματολογία, τα μοτίβα και το πλαίσιο παραπέμπουν σε θεολογικές εκφραστικές επιλογές, τα ‘ηχηρά’ στοιχεία ανθρωποκεντρικής προσέγγισης κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Αυτό είναι κάτι εμφανές τόσο στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, όσο και στη μουσική της περιόδου.
            Το σημαντικότερο για την ιστορική εξέλιξη, είναι ότι ο ανθρώπινος βηματισμός από τεχνοτροπία σε τεχνοτροπία και από εποχή σε εποχή, ακουμπά στο πρόπλασμα εδραιωμένης γνώσης και κατάκτησης που έχει προηγηθεί. και διαμορφώνεται στην τελική του μορφή μέσα από την αλληλεπίδραση των ευρύτερων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·  ΑΛΜΠΑΝΗ, Τ. και ΚΑΣΙΜΑΤΗ, Μ. (2008), Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από το Μεσαίωνα ως τον 18ο Αιώνα, Β’ Έκδοση, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· BURNS, E. (1983), Ευρωπαϊκή Ιστορία, Τόμος Α’, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Παρατηρητής.
· ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·  ΓΚΟΤΣΗΣ, Γ. και ΣΥΡΙΑΤΟΥ, Α. (2001), Δύο Θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού – Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
· GOMBRICH, E. H. (1998), Το Χρονικό της Τέχνης, Μετάφραση Λ. Κάσδαγλη, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ.
· MACHLIS, J. και FORNEY, K. (1996), Η Απόλαυση της Μουσικής: Εισαγωγή στην Ιστορία-Μορφολογία της Δυτικής Μουσικής, Αθήνα, Εκδόσεις Fagotto.
· ΜΑΜΑΛΗΣ, Ν. (2008), Η Μουσική στην Ευρώπη, Β’ Έκδοση, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·   NICHOLAS, D. (2000), Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/11651376/David-Nicholas-The-Evolution-of-the-Medieval-World (Σημ.: η αρίθμηση των σελίδων που παραπέμπονται διαφέρει από την αρίθμηση της έντυπης έκδοσης)
· ΡΑΠΤΗΣ, Κ. (1999), Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο Αιώνα, Τόμος Α’, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.


Για τις φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν οι σύνδεσμοι :

· http://www.greatbuildings.com/buildings/Pazzi_Chapel.html

© Ιωάννης Ζήσης 2010