"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



Από τον Σεπτέμβριο 2014 ο συντάκτης μετοικεί στο Hull της Μ.Βρετανίας ως διδακτορικός ερευνητής του University of Hull-School of Law & Politics.
Το παρόν blog δεν θα ανανεώνεται αλλά παραμένει ενεργό για χάρη των φίλων σπουδαστών του ΕΑΠ που μπορεί να βοηθηθούν από τις δημοσιευμένες εργασίες και τις βιβλιογραφικές πηγές στην εκπόνηση των δικών τους εργασιών.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

ΕΠΟ 43 (Πολιτικές Ιδεολογίες) - 5/2012


ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΙΟΣ 2012

ΘΕΜΑ
Πιστεύετε ότι οι ιδεολογίες σήμερα δεν χρειάζονται καθόλου; Αν ναι, δικαιολογείστε την άποψή σας. Αν όχι, ποιο από τα στοιχεία που έχουν προταθεί (βλ. Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, σελ. 40) για να ορίσουν την ιδεολογία σάς πείθει ότι οι ιδεολογίες θα είναι πάντοτε απαραίτητες.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ                             
◦ Προσπάθεια ορισμού της ιδεολογίας  
◦ Η άποψη περί του τέλους των ιδεολογιών      
◦ ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ & ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ - Πόσο αναγκαίες είναι στη μετανεωτερική εποχή ?       
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ            
           
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Η παρούσα εργασία εξετάζει το ζήτημα της αναγκαιότητας και χρησιμότητας των ιδεολογιών στη σύγχρονη εποχή. Στόχος της εργασίας είναι να εκμαιεύσει την προσωπική άποψη του φοιτητή στη βάση του διατυπωμένου από τα εγχειρίδια διλλήματος ότι : α/ η πολυπλοκότητα της εποχής σε συνδυασμό με την κατάρρευση αξιόπιστων εναλλακτικών του φιλελευθερισμού ιδεολογιών καθιστούν τα ιδεολογήματα περιττά ή β/ άσχετα από τα παραπάνω δεδομένα, οι ιδεολογίες είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για την κοινωνική μεταβολή και την ανθρώπινη εξέλιξη.
            Για να μπορέσει ο γράφων να πάρει θέση στο παραπάνω δίλλημα, έκρινε ότι έπρεπε καταρχάς να γίνει μια εννοιολογική προσέγγιση της ιδεολογίας ώστε να εντοπιστούν οι κυριότερες ερμηνευτικές παράμετροι από τις οποίες θα μπορούσε να επιλέξει εκείνες που έκρινε ως πιο πειστικές.
            Ακολούθως γίνεται μια ανασκόπηση στη συζήτηση περί του τέλους των ιδεολογιών για να καταδειχτεί ότι το ζήτημα τίθεται κατ’ επανάληψη ιστορικά και δεν αποτελεί φαινόμενο αποκλειστικό της μετανεωτερικής περιόδου. Επίκεντρο αποτελεί η πιο πρόσφατη θεώρηση του Φουκουγιάμα που ανάγει την ιδεολογική επικράτηση του φιλελευθερισμού σε ιστορική κορύφωση της ανθρώπινης εξέλιξης.
            Τέλος, κάνοντας χρήση των παραπάνω δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψη τις αναπόδραστες προσωπικές εκτιμήσεις που κάθε σκεπτόμενο πολιτικό όν μπορεί να έχει, ο γράφων διατυπώνει την τελική του κρίση περί της σημασίας των ιδεολογιών, θέτοντας την ιδεολογική προβληματική στο επίκεντρο της μελλοντικής ανθρώπινης εξέλιξης.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
            Ένα από τα βασικά προβλήματα που παρουσιάζει η ανάλυση των ιδεολογιών, είναι όπως συμφωνούν τόσο ο Heywood όσο και οι Ball & Dagger, ότι δεν υφίσταται ένας καθιερωμένος και κοινά αποδεκτός ορισμός της ‘ιδεολογίας’. Η καταγωγή του όρου έλκεται από τη Γαλλική Επανάσταση όπου ενδύθηκε την έννοια μιας νέας επιστήμης μελέτης των ιδεών και εδραιώθηκε στο έργο του Μαρξ ως κριτική έννοια που δημιουργεί μια πλασματική εικόνα του κόσμου στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας (Heywood, 2007, σ40-42 και Ball&Dagger, 2011, σ38).
            Στην ιστορική πορεία από τον Μαρξ στον Λένιν και στον Γκράμσι, η ιδεολογία θεωρήθηκε άμεσα συνδεδεμένη με το ταξικό σύστημα και την εκδήλωση εξουσίας,  αναφερόμενη σε ιδέες που προάγουν τα συμφέροντα μιας τάξης (πχ. αστική ιδεολογία vs ιδεολογία προλεταριάτου). Σιγά σιγά μέσω του Manheim και εφεξής, απαλλάχθηκε από αρνητικές συνεπαγωγές ως ένα σύστημα σκέψης που εκφράζει τα συμφέροντα μιας ομάδας και υπερασπίζει μια συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση αποτελώντας στην (καθολική της εκδοχή) μια ‘κοσμοθεωρία’ (Heywood, 2007, σ42-45).
            Στη διάρκεια του 20ου αι. λόγω των ολοκληρωτικών καθεστώτων και της ψυχροπολεμικής πόλωσης, οι ιδεολογίες θεωρήθηκαν συστήματα σκέψης που προσπαθούν να μονοπωλήσουν με τρόπο ανταγωνιστικό την αλήθεια, επιζητώντας τον κοινωνικό έλεγχο. Για τον Oakeshott μάλιστα, μια συντηρητική εκδοχή των ιδεολογιών τις θέλει να αποτελούν αφηρημένα σύνολα ιδεών που εκλαϊκεύουν την πραγματικότητα, εξισωμένες χάριν πραγματισμού με δογματικές πεποιθήσεις  (ο.π. σ46-47). Σύντομα επήλθε η ουδετεροποίηση του όρου και η αναγωγή του σε άξονες σκέψης και ιδεών που επιφέρουν τη δράση των ανθρώπων στη βάση συγκεκριμένων επιδιώξεων. Άρα υπάρχει ταύτιση κάποιων ανθρώπων που συνειδητοποιούν τη θέση τους, με ένα σύνολο αρχών και σκοπών που στη βάση ενός οράματος για το αύριο, αναλαμβάνουν πολιτική δράση αλλαγής ή διατήρησης του υπάρχοντος συστήματος (Heywood, 2007, σ50 και Ball&Dagger, 2011, σ39).
            Ο ‘λειτουργικός’ ορισμός της ιδεολογίας προϋποθέτει ότι η τελευταία επιτελεί τέσσερις βασικές λειτουργίες. Καταρχάς ότι ερμηνεύει τον πολύπλοκο κόσμο στον οποίο ζούμε δίνοντας απαντήσεις στα μεγάλα ‘γιατί’ και μάλιστα με τρόπο απλοϊκό για να γίνονται κατανοητές. Ακολούθως κάθε ιδεολογία κάνει αξιολογήσεις των υφιστάμενων συνθηκών στη βάση κάποιων κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά διευκολύνουν τους υποστηρικτές της να δίνουν απαντήσεις στα επιμέρους κρίσιμα ερωτήματα, αξιολογώντας θετικά ή αρνητικά τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η επίγνωση της θέσης των ατόμων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αποτελεί επίσης βασικό συστατικό μιας ιδεολογίας. Η ενσωμάτωση των υποστηρικτών σε μια ιδεολογία προϋποθέτει ότι τους προσφέρεται μια συγκεκριμένη ταυτότητα και ένας προσανατολισμός που τους ικανοποιεί. Τέλος μια ιδεολογία δεν πρέπει να μένει μόνο στην πιστοποίηση μιας κατάστασης αλλά και να προτείνει συγκεκριμένους τρόπους και μεθόδους ανατροπής της, με ένα πρόγραμμα πολιτικής δράσης. Πρέπει δηλαδή να προτείνει μια συνταγή ή μια θεραπεία των κοινωνικών δεινών συμβατή με τις επιδιώξεις των μελών της (Ball&Dagger, 2011, σ39-42).
            Η ιδεολογία σχηματοποιεί ένα όραμα για το πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνική πραγματικότητα και προσδοκά την κινητοποίηση των ανθρώπων για την υλοποίηση του οράματος αυτού. Δεν αποτελεί επιστήμη γιατί η επιστήμη περιγράφει την πραγματικότητα χωρίς να υπαγορεύει τι είναι πρέπον για τους ανθρώπους. Δεν αποτελεί πολιτική φιλοσοφία καθώς για να προσελκύσει οπαδούς επικεντρώνεται στη δράση υπεραπλουστεύοντας τις ιδέες. Επίσης η θρησκεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδεολογία καθώς επικεντρώνεται στο υπερφυσικό ‘μετά’ και όχι στο υλικό σήμερα, αποτελώντας περισσότερο ένα ‘σύστημα πεποιθήσεων’. Τέλος, μια ιδεολογία έχει ως δομικές της προϋποθέσεις ένα σύνολο πεποιθήσεων για την ανθρώπινη φύση και τα όρια του πολιτικά εφικτού, και μια συγκεκριμένη αντίληψη περί της ελευθερίας των δρώντων υποκειμένων να πετύχουν ένα στόχο και των εμποδίων που συναντούν (ο.π. σ42-47).
            Ο κατάλογος ορισμών που παραθέτει ο Heywood είναι ενδεικτικός της ποικιλότητας στοιχείων μέσα από τα οποία μπορούμε να συνθέσουμε μια έννοια της ιδεολογίας. Είτε πρόκειται για πολιτικές ιδέες που επιφέρουν δράση, είτε για συνολική κοσμοθεωρία, είτε για έκφραση ταξικού συμφέροντος, είτε για μηχανισμό ένταξης και ενσωμάτωσης, είτε για δογματική περιγραφή της αλήθειας, είτε τέλος για διαδικασία νομιμοποίησης του συστήματος, αυτό που έχει σημασία για την παρούσα ανάλυση δεν είναι ο ορισμός αυτός καθαυτός, αλλά η συνειδητοποίηση ότι οι ιδεολογίες είναι κάτι δυναμικό και εξελισσόμενο σε αναλογία με τις ιστορικές συνθήκες. Οι ιδεολογίες δεν παραμένουν σταθερές και αναλλοίωτες, προσαρμόζονται στις συνθήκες όπως ακριβώς και οι συνθήκες μπορεί να καθοριστούν ή να επηρεαστούν από τις ισχύουσες ιδεολογίες (Heywood, 2007, σ40 και Ball&Dagger, 2011, σ37-39).
            Οι ιδεολογίες δεν εμφανίζονται ξαφνικά εξ ουρανού αλλά πηγάζουν συνήθως από ιδέες του παρελθόντος που έχουν διατυπωθεί από κάποια ομάδα με αφορμή την  εκδήλωση δυσαρέσκειας για μια υφιστάμενη κατάσταση. Όταν οι ιδέες που συλλαμβάνουν κάποιοι για τις σχέσεις των ανθρώπων μετουσιώνονται σε οράματα με κάποιο ανώτερο σκοπό και ειδικά όταν οι επικρατούσες συνθήκες δημιουργούν πλαίσια δυσαρέσκειας και αίσθημα αδικίας και επιθυμίας για αλλαγή, τότε πιθανώς να βιώνουμε τη διαδικασία γένεσης μιας νέας ιδεολογίας ή τη μεταβολή μιας ήδη υπάρχουσας. Αν μάλιστα δούμε πως μια πολιτική δύναμη αντιμετώπισε τις ιδεολογικές προκλήσεις στο παρελθόν, ίσως μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την εμπειρία ως οδηγό για να κατανοήσουμε το σήμερα (Ball&Dagger, 2011, σ36-38&438).

Η ΑΠΟΨΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ
            Διανύουμε μια εποχή ανακατατάξεων, οικονομικών δυσκολιών και κοινωνικών αναταραχών. Κατευθύνουμε σχεδόν αυτονόητα την πνευματική μας ενέργεια και την σωματική μας δυναμική προς στρατηγικές, διαδικασίες και διεργασίες που αγωνίζονται να διασφαλίσουν τη διατήρηση της προσωπικής μας ευημερίας και του υφιστάμενου επιπέδου ζωής. Η δραστηριοποίησή μας αυτή διακατέχεται συχνά από μια ατομικιστική θεώρηση που σχηματοποιείται πέρα και έξω από πεποιθήσεις, ιδεολογικές προσταγές και πολιτικές καταβολές, ομάδες και τάσεις στις οποίες μπορεί να ανήκουμε οργανωμένα ή άτυπα. Η ‘σκληρότητα’ δηλαδή της εποχής μας αναγκάζει να ενεργούμε σχεδόν υπό αυτοσυντήρηση, επιλέγοντας πράξεις και αποφάσεις αντικρουόμενες ή ασυνεπείς με την ιδεολογία που θεωρητικά έχουμε επιλέξει για να ταυτιστούμε.
            Ο κατακερματισμός ιδεολογικών θέσεων, η επιλογή ετερογενών ιδεολογικών  συστατικών και η ανασύνθεση τους σε μεμονωμένα ατομικά ανθρώπινα ‘παζλ’, επιτείνει τη σύγχυση περί του ‘ανήκειν’ σε συγκεκριμένες ομάδες ή περί της συνέπειας με την οποία ταυτιζόμαστε καθ’ ολοκληρίαν με συγκεκριμένες ιδεολογίες. Πρόκειται για μια κατάσταση που χαρακτηρίζει τη μετανεωτερική κοινωνία σε πρωτόγνωρο βαθμό συγκριτικά με την ιδεολογική καθαρότητα του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού τοπίου που χαρακτήριζε τον 20ο αι. Επιπλέον αυτή η πολυσυλλεκτικότητα και ανακατανομή συστατικών ευθύνεται για τη δημιουργία επιμέρους παραλλαγών και μορφωμάτων εντός των παραδοσιακών ιδεολογιών.
            Πρόκειται άραγε για το τέλος των παραδοσιακών ιδεολογιών όπως τις έχουμε μάθει έως σήμερα? Δεν είναι πρώτη φορά που τίθεται αυτό το ερώτημα στη σύγχρονη εποχή.           Κατά την περίοδο 1950-60 ο Bell μίλησε για το τέλος των ιδεολογιών όταν μεταπολεμικά στη δύση υπήρξε συμφωνία για την εφαρμογή μιας πολιτικής προνοιακού καπιταλισμού που συνδύαζε την οικονομία της αγοράς με την κρατική παρέμβαση. Στην ουσία επρόκειτο για μια μεταπολεμική ιδεολογική συναίνεση για τον τρόπο επίτευξης της ευημερίας, που σύντομα λόγω της οικονομικής ύφεσης και των κινημάτων του ’60 διακόπηκε (Heywood, 2007, σ554-555).
            Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, επανέφερε το ζήτημα καθώς αποτέλεσε για πολλούς την απόλυτη επικράτηση του φιλελευθερισμού και της οικονομίας της αγοράς (Hall κλπ., 2003, σ34). Ο Φουκουγιάμα πανηγύρισε το δυτικό θρίαμβο που επέφερε το ‘τέλος της ιστορίας’. Με τον όρο αυτό εννοούσε ότι η έλλειψη πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού για το δυτικό φιλελευθερισμό (που απομένει ως μοναδική ισχύουσα ιδεολογία παγκοσμίως), ισοδυναμεί με το τέλος της ιδεολογικής εξέλιξης (ο.π. σ42-43). Η πολιτική για τον Φ. αποτελεί πλέον μια επέκταση των αγοραίων ρυθμίσεων που θα επικεντρώνονται στην ικανοποίηση του καταναλωτή. Ο ιδεαλισμός αντικαταθίσταται από τη διαχείριση και ο αγώνας για χειραφέτηση από τον αγώνα για παγκόσμια οικονομική κυριαρχία (Hall κλπ., 2003, σ44 και Heywood, 2007, σ556-557).
            Ο Φ. θεωρεί ότι τα εθνικιστικά και θρησκευτικά κινήματα δεν αποτελούν ιδεολογίες καθώς δεν μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική πρόταση με οικουμενική σημασία. Η επικράτηση του φιλελευθερισμού βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν συγκρούσεις ειδικά σε μέρη του κόσμου όπου δεν έχει διεισδύσει πλήρως. Όμως ο φιλελευθερισμός δεν είναι κάτι ενιαίο και κάθε του μορφή αντιμετωπίζει διαφορετικά έως και αντιθετικά τα διάφορα ζητήματα. Επίσης ο Φ. δεν εξετάζει αν η παγίωση της αγοραίας δύναμης θα δημιουργεί εισοδηματικές ανισότητες που θα μεταφράζονται σε περιορισμό της πολιτικής ελευθερίας. Ούτε αν θα προκύπτουν αντιπαραθέσεις συμφερόντων που θα πυροδοτούν συγκρούσεις και αναζήτηση ενός νέου ιδεολογικού μοντέλου. Εξάλλου η έλλειψη καθολικότητας των εθνο-θρησκευτικών κινημάτων δεν τεκμαίρεται από κάπου, ενώ η ανυπαρξία ανταγωνιστικής ιδεολογίας σήμερα, δεν δεσμεύει την ‘ιστορία’ από την πιθανότητα ενός νέου δόγματος αύριο (Hall κλπ., 2003, σ45-48).
            Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μαρξ πρώτος μίλησε για το τέλος της ιδεολογίας υπό ένα άλλο σκεπτικό. Ο Μαρξ αντιμετώπιζε την ιδεολογία ως κάτι συνδεδεμένο με το ταξικό σύστημα που είναι εγγενώς προσωρινό και καταδικασμένο να καταρρεύσει. Θεωρώντας ότι η ιδεολογία αντανακλά στην κοινωνία τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, παραπλανά ως ψευδαίσθηση τους προλετάριους αποκρύπτοντας την εκμετάλλευση τους. Η κατάργηση της ταξικής ανισότητας και του καπιταλισμού που για τον Μαρξ είναι νομοτελειακή, θα σήμαινε ταυτόχρονα και το τέλος της ιδεολογίας (Heywood, 2007, σ41-42).
 
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ : ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ & ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ - Πόσο αναγκαίες είναι στη μετανεωτερική εποχή?
            Οι αλματώδεις εξελίξεις που επέφερε η παγκοσμιοποίηση στις προοπτικές απεριόριστης κινητικότητας και αλληλεπίδρασης ανθρώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων, συνάντησαν ιδεολογικούς υποστηρικτές αλλά και επικριτές. Οι υπέρμαχοι ατομιστικών ιδεολογιών συνέδεσαν την ελεύθερη διακίνηση με την οικονομική ανάπτυξη και την παραγωγικότητα. Οι μαρξιστές και οι υποστηρικτές των εργατών μιλούν για καπιταλιστική εκμετάλλευση, μείωση μισθών και εξαθλίωση των εργαζόμενων του Τρίτου Κόσμου. Οι συντηρητικοί θίγονται για την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας και την υποταγή σε υπερεθνικούς θεσμούς. Οι περιβαλλοντιστές έθεσαν ζητήματα ρύπανσης και καταπάτησης κανόνων προστασίας των φυσικών πόρων. Τα προβλήματα λοιπόν είναι πολλά και σύνθετα και κάθε ιδεολογία τα αντιμετωπίζει με διαφορετική προσέγγιση.
            Η υπερμεταβλητότητα των συνθηκών της σύγχρονης εποχής, οδηγούν τις ιδεολογίες σε υποδιαιρέσεις με ανταγωνιστική διάθεση (κεϋνσιανιστές-νεοφιλελεύθεροι, λενινιστές-ρεβιζιονιστές, κλπ.), στη βάση συγκεκριμένων δημόσιων πολιτικών (αμβλώσεις, γάμοι ομοφυλόφιλων, θανατική ποινή, αναδιανομή εισοδήματος κλπ.). Αυτό καθιστά την ιδεολογική ολότητα και καθαρότητα σχεδόν αδύνατη, καθώς η πληθώρα ζητημάτων πολλές φορές απαιτεί πλουραλισμό προτάσεων και μεθόδων, που συχνά επικαλύπτουν την ιδεολογική καθαρότητα. Από την άλλη, η διάσπαση ειδικότερα του φιλελευθερισμού σε συντηρητικο-νέο-φιλελευθερισμό και σε σοσιαλ-προνοιακο-φιλελευθερισμό, δημιουργεί προοπτικές σύγκλισης των παραδοσιακών αντιπάλων στα θέματα ισότητας και αναδιανομής. Αν οι συγκλίσεις αυτές αγκαλιάσουν τις ανησυχίες των οικολογικών και μειονοτικών κινημάτων ενσωματώνοντας τις βασικές αρχές τους τότε οι βασικοί πόλοι θα παραμείνουν ακμαίοι έστω και με διαφορετική σύσταση.
            Η διαμάχη για τους στόχους και τις διαδικασίες με τις οποίες εξελίσσεται η παγκοσμιοποίηση ανοίγει μια πλούσια ατζέντα διαφωνιών και ζυμώσεων. Αφήνει επίσης περιθώριο ετερογενών συμμαχιών που μπορεί να γεφυρώσουν ή και να επιτείνουν την ιδεολογική απόσταση στα ζητήματα κυριαρχίας και δημοκρατικής διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση τίθενται ζητήματα όπως η ‘παγίδα της ουτοπίας’, δηλαδή αν είναι εφικτή η επιδίωξη ενός ιδεολογικού οράματος έναντι των ψυχρών αντικειμενικών συνθηκών της πραγματικότητας αλλά και το ζήτημα του προσδιορισμού της μεθόδου επίτευξης στόχων. Θα είναι ιδεολογικά προκαθορισμένη ή θα προσαρμόζεται (έστω και εκτός ιδεολογικής γραμμής) στη συνθετότητα κάθε προβλήματος ? Επίσης η ανάγκη πολυσυλλεκτικότητας των πολιτικών εκφραστών των ιδεολογιών (κόμματα) για εκλογικούς λόγους, συχνά επιβάλλει την τεχνητή θολότητα της ιδεολογικής γραμμής και τον υπερτονισμό διαφορετικών εκφάνσεών της σε κάθε ξεχωριστό εκλογικό target group. Στα πλαίσια επίσης της πολυσυλλεκτικότητας τίθεται το εξής δίλλημα: πρέπει μια ιδεολογία να προσδιορίσει ένα στενό πυρήνα βασικών αρχών, δηλαδή ένα ελάχιστο κοινό τόπο συνάντησης με τους άλλους ή ένα διευρυμένο σύνολο κανόνων που να αγκαλιάζει ετερογενή στοιχεία ?
            Παρά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (δηλαδή της πρακτικής εφαρμογής του μαρξιστικού οράματος), το όραμα αυτό καθεαυτό θα παραμένει ενεργό όσο δεν δίνονται πειστικές φιλελεύθερες απαντήσεις στα καίρια κοινωνικά προβλήματα. Η επικράτηση του φιλελευθερισμού στο παγκόσμιο στερέωμα δεν αναιρεί αυτομάτως ούτε εξαφανίζει τις αγκυλώσεις του καπιταλιστικού συστήματος και των αγορών. Η διαπίστωση του Φουκουγιάμα περί του τέλους της ιδεολογικής διαπάλης διαψεύδεται καθημερινά από μια παγκόσμια γειτονιά που βυθίζεται στις εθνοτικές, θρησκευτικές αλλά και κοινωνικές αναταραχές. Η συζήτηση περί τέλους των ιδεολογιών δεν προκύπτει από τη σκληρή καθημερινότητα και προφανώς ο παγκόσμιος αναβρασμός δεν αφορά απλά και μόνο τη μεθοδολογία υλοποίησης της μίας επικρατούσας ιδεολογίας.
            Μπορεί οι συγκρούσεις (τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο) να είναι πρωτίστως οικονομικές και να αφορούν το θιγόμενο ευ ζην των πολιτών, όμως είναι ταυτόχρονα και ιδεολογικές. Το αίσθημα του ανήκειν σε μια ομάδα στη βάση ενός συστήματος αρχών που αγκαλιάζει την ανθρώπινη υπόσταση, ανάγεται στο ανθρώπινο θυμικό και δεν αποβάλλεται εύκολα από την αλλαγή της θέσης του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο. Ο εγωισμός, η ιδιοτέλεια και το ταξικό συμφέρον δεν αρκούν για να σβήσουν την παγιωμένη εσώτερη άποψη του ανθρώπου για τον κόσμο ή τον τρόπο με τον οποίο ορίζει τι είναι δίκαιο και σωστό. Έτσι, ακόμα και αν για λόγους συμφέροντος επιλέξει ενίοτε μια διαφορετική πορεία δράσης, θα νιώθει ότι παραμένει συνεπής στο αξιακό πλαίσιο της ιδεολογίας που επέλεξε.
            Οι ιδεολογίες είναι ριζωμένες μέσα μας ακόμα και αν θελήσουμε να το αρνηθούμε. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι παραμένουν χρήσιμες ως χάρτες πορείας που καθοδηγούν το βαθύτερο αξιακό μας υπόβαθρο σε ένα άξονα δράσης και ενέργειας. Ας σκεφτούμε άλλωστε τον τρόπο που επιλέγουμε μια ιδεολογία. Όσο περισσότερα ‘γιατί’ θέτουμε ως προς την ταύτισή μας, τόσο περισσότερο θα προσεγγίζουμε τα βιώματά μας, τις επιρροές του περιβάλλοντος που μεγαλώσαμε και από ένα σημείο και μετά τις ενσυνείδητες επιλογές μας για το τι είναι δίκαιο και σωστό. Αν αρχικά μια ιδεολογία μας κάνει να συνειδητοποιούμε τη θέση μας στο κοινωνικό σύνολο και να αξιολογήσουμε τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτό, εν τέλει μας βοηθά να αποφασίσουμε για την πορεία που θα ακολουθήσουμε ώστε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο για εμάς και τους γύρω μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • BALL, T. & DAGGER, R., (2011), ‘Πολιτικές Ιδεολογίες και το Δημοκρατικό Ιδεώδες’, Τουρίκη, Αθήνα.
  • HALL, S., HELD, D., & McGREW, A., (2003), ‘Η Νεωτερικότητα Σήμερα’, Μτφρ. Β. Τσακίρης, Εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα.
  • HEYWOOD, A., (2007), Πολιτικές Ιδεολογίες, Μτφρ. Χ. Κουτρής, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Επίκεντρο.
 

© Ιωάννης Ζήσης 2012 

ΕΠΟ 43 (Πολιτικές Ιδεολογίες) - 3/2012


ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΡΤΙΟΣ 2012

ΘΕΜΑ
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εθνικιστικής ιδεολογίας; Θεωρείτε ότι ο εθνικισμός σήμερα μπορεί να διαδραματίσει προοδευτικό ή συντηρητικό ρόλο ;
 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ                             
◦ Ιστορική πορεία, μεταλλάξεις και εθνικιστικά διλλήματα                     
            ◦ Το έθνος                                
            ◦ Εθνικιστικές αντιθέσεις                     
            ◦ Μορφές εθνικισμού                            
            ◦ Φιλελεύθερος πολιτικός εθνικισμός    
◦ Συζήτηση περί της προοδευτικότητας του εθνικισμού               
            ◦ Το έθνος στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον                        
            ◦ Ο ρόλος του έθνους στις υπερεθνικές συνεργασίες     
◦ ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ – Πόσο επίκαιρος είναι ο εθνικισμός εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας ?
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                   
           
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Η παρούσα εργασία εξετάζει την εθνικιστική ιδεολογία από μια διερευνητική σκοπιά που στόχο έχει να εντοπίσει το κατά πόσο ο εθνικισμός παραμένει επίκαιρος, διατηρώντας τον προοδευτικό του χαρακτήρα έπειτα από 2 αιώνες ζωής. Αφού προηγηθεί μια περιεκτική αναπαραγωγή των βασικών μορφών και χαρακτηριστικών που εξέλαβε ιστορικά ο εθνικισμός, θα επικεντρωθούμε στην κατηγορία του φιλελεύθερου πολιτικού εθνικισμού, ως στοιχείου μορφοποίησης της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας.
            Στη συνέχεια θα ακολουθήσει με άξονα τον φιλελεύθερο εθνικισμό μια ανάλυση της σύγχρονης παγκοσμοιοποιημένης διεθνούς συγκυρίας και θα εστιάσουμε στο ρόλο που το σύγχρονο έθνος-κράτος καλείται να παίξει στα πλαίσια των διεθνών συνεργασιών. Επικεντρώνοντας στο παράδειγμα της ΕΕ και των ζητημάτων εθνικών εκχωρήσεων και δημοκρατικής νομιμοποίησης, θα επιχειρηθεί να απαντηθεί το κατά πόσο η εθνικιστική συλλογιστική αποτελεί ένα ιστορικό απολίθωμα χωρίς θεωρητική και πρακτική αξία.
            Συμπερασματικά θα καταλήξουμε ότι οι υπάρχουσες συνθήκες και οι υφιστάμενες υπερεθνικές υποδομές, καθιστούν το έθνος-κράτος ένα αξιόπιστο εργαλείο και συνεπώς την φιλελεύθερη εθνικιστική συλλογιστική επίκαιρη και σύγχρονη, παρά τη μετάλλαξη των σκοπών και των επιδιώξεων της σύγχρονης εποχής.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ, ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ
           
Το έθνος
            Η έννοια του έθνους αποτελεί τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης που ήρθε να αντικαταστήσει την υποταγή του υπηκόου στον ηγεμόνα-βασιλειά, με τον πατριωτισμό και την αίσθηση εθνικής ταυτότητας. Η ‘λαϊκή αυτοκυβέρνηση’ και η ιδέα της ‘γενικής βούλησης’ του Ρουσσώ, ενέπνευσε τον εθνικισμό σαν δημοκρατικό και επαναστατικό δόγμα που εγκαθίδρυσε την έννοια του πολίτη στη Γαλλία. Ακολούθως η συνείδηση εθνικής ταυτότητας κληρονομήθηκε και διαδόθηκε στην Ηπειρωτική Ευρώπη, σαν κύμα που ανέλαβε τον επανασχεδιασμό του πολιτικού και γεωγραφικού χάρτη με την κατάργηση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών της εποχής (Heywood, 2007, σ.285-286).
            Ο 19ος αι. αποτελεί αιώνα οικοδόμησης των ανεξάρτητων εθνών που είτε με απελευθερωτικούς αγώνες (Ελλάδα) είτε με διαδικασίες ενοποίησης (Ιταλία, Γερμανία), επιδίωξαν τη λαϊκή κυριαρχία και την συνταγματική διακυβέρνηση υπό καθεστώς εθνικής ενότητας. Πρόκειται για ένα εθνικισμό φιλελεύθερο και προοδευτικό, εκφραστή της μεσαίας αστικής τάξης. Στην πορεία όμως όλα τα συμβολικού τύπου στοιχεία του εθνικισμού (ύμνοι, σημαίες, τελετές κλπ.) υιοθετήθηκαν από συντηρητικούς κύκλους και αναδείχτηκαν σε κύρια μορφή έκφρασης της τάσης για διατήρηση της κοινωνικής δομής (υπό τον φόβο της εργατικής επανάστασης) και της εσωτερικής ευταξίας (Heywood, 2007, σ.287-288 και Berlin, 2003 σ.594 και Hobsbawm, 1994, σ.265).
            Βασικό συστατικό της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι ότι το έθνος αποτελεί την υπέρτατη αρχή πολιτικής οργάνωσης. Το τι είναι έθνος επιδέχεται ερμηνείας, καθώς μια εκδοχή λέει ότι αποτελεί μια πολιτισμική οντότητα αποτελεούμενη από ανθρώπους με κοινές αξίες, παραδόσεις, θρησκεία, γλώσσα και ιστορία εντός μιας γεωγραφικής περιοχής. Αυτό είναι μάλλον ένας αντικειμενικός ορισμός που στη σημερινή ειδικότερα εποχή δεν έχει απόλυτη εφαρμογή. Υπάρχουν λαοί με ίδια γλώσσα αλλά διαφορετική εθνική ταυτότητα (Αυστραλοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι) ή και έθνη που μοιράζονται περισσότερες γλώσσες (Ελβετοί). Ομοίως διαφορετικά θρησκεύματα μπορεί να συνυπάρχουν σε ένα κράτος (ΗΠΑ) αλλά και έθνη με κοινή θρησκεία να μη νιώθουν ότι ανήκουν σε κοινή ομάδα (Ιταλία, Πολωνία). Επίσης σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να δεχτούμε τη φυλετική βιολογική ενότητα ή την ενότητα του χρώματος ως βάση για εθνική ταυτότητα. Οι παραδόσεις και η ιστορική μνήμη επίσης μπορούν να αποτελέσουν βάση για εθνικό προσδιορισμό. Σε κράτη όμως όπως οι ΗΠΑ που έχουν δεχτεί τόσους μετανάστες, φαίνεται ότι η αφοσίωση στο έθνος τόσων ετερόκλητων ανθρώπων εδράζει κάπου αλλού, σε ένα πλέγμα αξιών και αρχών που είναι πέρα και πάνω από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά (Heywood, 2007, σ.294-295 και Μαρκέτος, 2002, σ.196).

Εθνικιστικές αντιθέσεις
            Υπό αυτή την έννοια τα έθνη προσδιορίζονται περισσότερο υποκειμενικά από τα μέλη τους, ως οντότητες απαρτιζόμενες από ανθρώπους που θεωρούν ότι αποτελούν μια πολιτική κοινότητα με κοινή αφοσίωση και πατριωτισμό. Εν τέλει, στις περισσότερες περιπτώσεις τα έθνη αποτελούν συνδυασμό αντικειμενικών και ψυχοπολιτικών παραγόντων, πράγμα που δίνει το περιθώριο να σχηματοποιούνται αντικρουόμενες περί έθνους αντιλήψεις (Heywood, 2007, σ.296&298).
            Η ‘αποκλειστική’ αντίληψη του έθνους στηρίζεται στην εθνοτική ενότητα και την κοινή ιστορία, αποδεχόμενη μια κοινή καταγωγή των ανθρώπων, δηλαδή έναν ιδιαίτερο ιστορικό δεσμό που εκφράζεται με τη γλώσσα, τη θρησκεία και την παράδοση. Αντίθετα η ‘συμπεριληπτική’ αντίληψη στηρίζεται στην πολιτική συνείδηση και την πατριωτική αφοσίωση, αφήνοντας περιθώριο στην πολυσυλλεκτικότητα εθνοτήτων, φυλών και θρησκειών υπό μια κοινή στέγη. Αυτές οι δύο αντιλήψεις ταυτίστηκαν με διαφορετικές εκφάνσεις του εθνικισμού και αντίστοιχα με ομάδες και πολιτικές τάσεις με ανάλογες επιδιώξεις (Heywood, 2007, σ.298 και Λέκκας, 2001, σ.217 και Μαρκέτος, 2002, σ.197).
            Η πρώτη αντίληψη θεωρεί ότι το έθνος αποτελεί ‘οργανική κοινότητα’ δηλαδή μια εκ φύσεως διαίρεση με ξεχωριστό χαρακτήρα και ταυτότητα, που είτε είναι ιστορικά εμπεδωμένη με συναισθηματικούς δεσμούς (αρχεγονιστική προσέγγιση) είτε σχηματοποιείται βάσει των ιστορικών αλλαγών και των κοινωνικών συνθηκών (εργαλειακή προσέγγιση). Αντίθετα, η δεύτερη αντίληψη θεωρεί το έθνος ως ‘νοερή κοινότητα’ δηλαδή μια φαντασιακή επινόηση που μέσα από την κοινωνικοποίηση και την εκπαίδευση ενσωματώνει τα άτομα, διασφαλίζοντας την εθνική αφοσίωση και την κοινωνική τάξη (Heywood, 2007, σ.299-301 και Λέκκας, 2001, σ.245 και Μαρκέτος, 2002, σ.197).

Μορφές εθνικισμού
            Στη βάση των δύο διαφορετικών προσεγγίσεων αναπτύσσονται δύο βασικά είδη εθνικισμού, ο Πολιτικός και ο Εθνοπολιτισμικός. Ο πολιτικός εθνικισμός αναζητά μια κοινή συλλογική ταυτότητα χωρίς να επικεντρώνεται σε ‘αντικειμενικούς’ παράγοντες (γλώσσα, θρησκεία, κλπ). Αναπτύσσει δηλαδή πολιτικούς σκοπούς και αρχές με τρόπο ορθολογικό, σχηματοποιώντας ένα ιστορικό, κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο που ορίζει ένα κοινό μέλλον, όπου η πολιτική κοινότητα είναι υπέρτερη του ατόμου. Αντίθετα ο εθνοπολιτισμικός δίνει έμφαση στην μοναδικότητα του πολιτισμού περισσότερο από την πολιτική κοινότητα. ‘Έτσι το κράτος περνά σε δεύτερη μοίρα και το έθνος θεωρείται ένα ιστορικό οργανικό σύνολο όπου με ρομαντικές παραδόσεις και λαϊκές τελετουργίες, αναδεικνύει τη μοναδικότητα του σε σχέση με τα υπόλοιπα (Heywood, 2007, σ.305-306 και Λέκκας, 2001, σ.231).
            Είναι επίσης προφανές ότι ο εθνοπολιτισμικός εθνικισμός είναι σαφώς πιο εύπεπτος και ελκυστικός για τους αδαείς. Ανάγεται σε μυστηριακά και συναισθηματικά κριτήρια που προάγουν την αποκλειστικότητα μιας ομάδας, στην παραδοχή μιας ‘φυσικής’ ανωτερότητας που στηρίζεται στην καταγωγή, την παράδοση, το μοναδικό πνεύμα, την πολιτιστική υπεροχή. Είναι το είδος του εθνικισμού που χρησιμοποιήθηκε ιδιοτελώς για να εκφράσει οπισθοδρομικές επιλογές αποκλεισμού και άρνησης, να αναδείξει μίση και διαφορές, να προάγει την επιθετικότητα και τον σοβινισμό. Αντίθετα ο πολιτικός εθνικισμός, στηρίχτηκε στην καταξίωση του έθνους ως ισότιμης ανεξάρτητης κοινότητας έναντι των υπολοίπων, επιδίωξε την ενσωμάτωση ετερόδοξων στοιχείων για την επιδίωξη κοινών σκοπών, δεν κατανάγκασε, αποδέχτηκε τη διαφορετικότητα, δομήθηκε με αντικειμενικές αρχές αναδεικνύοντας την ιδιότητα του πολίτη και την ισχύ των νόμων και εν τέλει μέσα από την εθνική κυριαρχία επιδίωξε την σύμπνοια οικουμενικών σκοπών, ανοίγοντας το δρόμο για υπερεθνικές συνεργασίες (Μαρκέτος, 2002, σ.202).

Φιλελεύθερος πολιτικός εθνικισμός
            Επιλέγουμε τον φιλελεύθερο εθνικισμό ως άξιο ειδικής αναφοράς καθώς είναι αυτός που ενσωματώνει τις περισσότερες αξίες της Γαλλικής Επανάστασης και βοήθησε στην οικοδόμηση του σύγχρονου κόσμου. Εκκινώντας από την λαϊκή κυριαρχία και τη γενική βούληση του Ρουσσώ, η επιθυμία για αυτοκυβέρνηση αναμίχθηκε με τις φιλελεύθερες αξίες της ατομικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων. Τα έθνη θεωρούνται κυρίαρχες πολιτικές οντότητες με αναφαίρετο δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός αντιτίθεται στην καταπίεση και την κυριαρχία αυτοκρατορικού ή αποικιοκρατικού τύπου και στηρίζει την αυτοκυβέρνηση που προάγει η αντιπροσωπευτική συνταγματική δημοκρατία (Heywood, 2007, σ.310-311 και Kedourie, 1999, σ.41&47).
            Τα έθνη θεωρούνται ίσα μεταξύ τους και υπέρτατος σκοπός καθίσταται η δημιουργία ενός κόσμου αποτελούμενου από ανεξάρτητα έθνη-κράτη. Ο Mazzini και αργότερα ο Wilson στήριξαν την αρχή της αυτοδιάθεσης και το δικαίωμα στην πολιτική ανεξαρτησία των υποδουλωμένων λαών. Μέσα από την επίτευξη ανεξάρτητων εθνών-κρατών οι φιλελεύθεροι ονειρεύονται ένα κόσμο ισορροπίας και φυσικής αρμονίας, όπου θα επικρατεί η ειρηνική διεθνής τάξη και αποκηρύσσουν το παλαιό καθεστώς των αυτοκρατοριών (Berlin, 2003 σ.593). Η φιλελεύθερη πλευρά του εθνικισμού δεν προάγει την καχυποψία και την αντιπαλότητα αλλά την ενότητα και αδελφότητα των εθνών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πρόκειται για έναν ανεκτικό και προοδευτικό εθνικισμό που όμως παραβλέπει τη συναισθηματική δύναμη της αφοσίωσης σε μη ορθολογικούς διχαστικούς δεσμούς όπως η φυλή. Επιπλέον παραγνωρίζει ότι η πανσπερμία γλωσσικών, θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων εντός των κρατικών συνόρων, μπορεί επίσης να διχάσει και να εντείνει τις αυτοδιαθετικές τάσεις (Heywood, 2007, σ.312-313 και Μαρκέτος, 2002, σ.200-201&204).
            Στο πρόσφατο παρελθόν οι φιλελεύθεροι εθνικιστές αποδέχονται τον συνταγματισμό και τη δημοκρατία ως τα μέσα για την εξάλειψη του μιλιταρισμού, αντιλαμβάνονται όμως ότι σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα κυρίαρχα έθνη-κράτη μπορούν να επιδιώξουν ίδια συμφέροντα, οι πιθανότητες σύγκρουσης αυτών των συμφερόντων αυξάνονται. Προτείνουν λοιπόν ότι η εθνική αλληλεξάρτηση και η προώθηση της αμοιβαίας συνεργασίας μπορούν να βοηθήσουν στην αυτοσυγκράτηση, καθώς η οικονομική αλληλεξάρτηση καθιστά το κόστος μιας σύγκρουσης αποτρεπτικό παράγοντα. Στα πλαίσια αυτά προάγεται η δημιουργία υπερεθνικών οργανισμών με στόχο την εγκαθίδρυση ευταξίας στη διεθνή σκηνή, μέσω της υπακοής κοινά αποδεκτών κανόνων και της αρχής της ‘συλλογικής ασφάλειας’  (Heywood, 2007, σ.329-330).
            Επίσης η φιλελεύθερη προσήλωση στην αξία του ατόμου ανεξάρτητα από φυλή, πίστη, προέλευση και έθνος και ο σεβασμός στα ατομικά δικαιώματα, καθιστούν τον λαό αρκετά ισχυρό έναντι της εθνικής κυριαρχίας χωρίς να εκτοπίζεται η πίστη στον εθνικό πολιτικό σχηματισμό. Για τους φιλελεύθερους εθνικιστές, τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν ελάχιστες προδιαγραφές για το σχηματισμό ενός διεθνούς νόμου και απαιτούν τη συμμόρφωση των επιμέρους εθνών (Heywood, 2007, σ.331).
            Τα φιλελεύθερα κράτη, προάγουν την ‘ισχνή’ μορφή εθνικής ταυτότητας, όπου οι άνθρωποι μοιράζονται ένα αίσθημα κοινής ιστορίας και γλώσσας, συμμετέχοντας στους ίδιους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς εξαρτώντας την επιβίωσή τους από τη μελλοντική διατήρηση των θεσμών αυτών. Με σημείο αναφοράς σε ένα κοινό μέλλον, αναγνωρίζουν τον διπλανό τους ως μέλος της ίδιας κοινωνίας μοιραζόμενοι το αίσθημα του συνανήκειν. Αυτή η ισχνή μορφή ταυτότητας δίνει έμφαση στην εθνική αλληλεγγύη, χωρίς απαίτηση πολιτισμικής εξομοίωσης και προάγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων κάθε πολίτη όπως αυτές απορρέουν από το κράτος δικαίου (Kymlicka, 2005, σ.387-389 και Berlin, 2003 σ.597).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
            Ο εθνικισμός ως ένα ιδεολόγημα-παιδί της Γαλλικής Επανάστασης και με πλήθος επιμέρους μεταλλάξεων ανάλογα με τις ιστορικές ανάγκες των εκφραστών του, κατόρθωσε να μεγαλουργήσει και να επιβιώσει ως τις μέρες μας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Ζούμε όμως σε μια πολυσύνθετη εποχή όπου αυξάνονται οι φωνές που αμφισβητούν την περεταίρω χρησιμότητά του και κατηγορούν τους υποστηρικτές του ως αναχρονιστικούς και κακόβουλους κομιστές ιδίων συμφερόντων. Πράγματι εκ πρώτης, η παγιωμένη δυναμική των εθνών-κρατών στη σύγχρονη πολιτική οργάνωση, οδηγεί στη σκέψη ότι ο εθνικισμός έχει εκπληρώσει το λόγο ύπαρξής του, περισσότερο δε λόγω της αυξανόμενης τάσης για διακρατικές συνεργασίες και οικοδόμηση μιας παγκόσμιας συνεργατικότητας που να υπερβαίνει τα εθνικά όρια.

Το έθνος στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον
            Ειδικότερα μετά το Β’ Παγκόσμιο η προσπάθεια για την επίτευξη ουσιαστικής και βιώσιμης ειρήνης διεθνώς, οδήγησε στην ανάπτυξη και εγκαθίδρυση υπερεθνικών σχημάτων, θεσμών και οργανισμών. Η σχετική εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε διεθνή μορφώματα, στηρίχθηκε στην ιδέα ότι η κοινή συνεργασία και αλληλεξάρτηση των αυτόνομων κρατών υπό ενωμένη δράση, θα αντιμετώπιζε επιτυχέστερα την μεμονωμένη επιθετικότητα σε όλους τους τομείς (Heywood, 2007, σ.330-331).
            Επιπλέον η αναγνώριση κοινών προβληματισμών σχετικά με το περιβάλλον και την οικονομική παγκοσμιοποίηση, εντείνει τη δημιουργία διεθνών οργανισμών  αλλά και την ανάγκη να περιληφθούν αναδιανεμητικές πρωτοβουλίες προς τις φτωχότερες χώρες. Όλα αυτά όμως απαιτούν με τη σειρά τους μια αντίληψη περί δημοκρατίας και δικαιοσύνης πέρα από τα εθνικά όρια και τις θεωρητικές συλλήψεις που δοκιμάστηκαν έως σήμερα μόνο σε εθνικό επίπεδο (Kymlicka, 2005, σ.435).
            Η διεθνοποίηση της πολιτικής και οικονομικής ζωής οδηγεί στη συνεχιζόμενη κυριαρχία των υπερεθνικών οργανισμών με ολοένα και μειούμενη δυνατότητα ευελιξίας των μεμονωμένων εθνών. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση όπως εκφράζεται σήμερα σε τεχνολογικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, μειώνει τα στοιχεία εθνικής διαφοροποίησης. Η υλική ευημερία απαιτεί οικονομικές πολιτικές που υπερβαίνουν τις εθνικές επιλογές στα πλαίσια των ενιαίων αγορών. Τα ταξίδια και ο τουρισμός, η διαδραστική ενημέρωση και το διαδίκτυο, ο κινηματογράφος και τα μήντια, συντελούν στην θεωρητική ομογενοποίηση της παγκόσμιας καθημερινότητας των πολιτών (Heywood, 2007, σ.336 και Hobsbawm, 1994, σ.252-253).
            Το ερώτημα είναι υπό ποίους όρους γίνεται αυτό και με ποιες προδιαγραφές. Εάν δηλαδή η δυτική κουλτούρα ως έκφραση ενός ‘ανώτερου’ πολιτισμού, (του πολιτισμού του επικρατούντος οικονομικά ?) διεισδύει (με όχημα τις αγορές ?) στις ‘κατώτερες’ εθνικές παραδοσιακές συμπεριφορές, αλλοιώνοντας τα τοπικά χαρακτηριστικά των λαών και εν τέλει ‘θολώνοντας’ τα όρια εθνικής διαφοροποίησης (χωρίς αυτό απαραίτητα να επηρεάζει τις ‘σκληρές’ παραμέτρους όπως η γλώσσα και η θρησκεία). Έτσι στην Ταϋλάνδη παρακολουθούν δορυφορικά με πάθος τις αγγλικές ποδοσφαιρικές ομάδες παρά τις δικές τους, στα Σκόπια ακούνε πρωτίστως ελληνική λαϊκοποπ μουσική και στην Κολομβία βλέπουν ανελλιπώς τις αμερικάνικες ταινίες (έστω και μεταγλωττισμένες).
            Αυτή η παγιωμένη πλέον κατάσταση μπορεί όμως να τροφοδοτήσει τα αντανακλαστικά συντηρητικών εθνικιστών, που με το επιχείρημα της προάσπισης των παραδοσιακών μορφών έκφρασης και τρόπου ζωής, θα βρουν στέγη σε ακραίες πολιτικές εκφράσεις με επιθετική τάση. Έτσι παρατηρείται ακόμα και στους κόλπους της ‘πολιτισμένης’ Ευρώπης η τάση ανάδειξης θρησκευτικών, φυλετικών, γλωσσικών και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων μεταξύ ομάδων που υποθάλπουν το ενδεχόμενο εθνοτικών συγκρούσεων (Heywood, 2007, σ.337). Μιλούμε δηλαδή για έναν εθνοπολιτισμικό συχνά επεκτατικό εθνικισμό που καλλιεργεί διχαστικά διλλήματα και πατριωτικές κορώνες ενός νοσταλγικού παρελθόντος κι ενός εθνικού μεγαλείου και ιστορίας που χωρίζει τους λαούς σε ‘εμάς’ κι ‘εκείνους’ (Heywood, 2007, σ.315-317 και Hobsbawm, 1994, σ.237).
            Αυτό όμως δεν είναι παρά μια εύκολη και ενστικτώδης επιλογή που εκμεταλλεύεται αρχέγονα μυστικιστικά συναισθήματα. Η πρόκληση για τα εθνικά κράτη είναι να επιβεβαιώσουν την εσωτερική συνοχή και την ταυτότητά τους στο ρευστό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ως ισότιμα μέλη, στα πλαίσια πανανθρώπινων και συλλογικά αποδεκτών διεθνών κανόνων.

Ο ρόλος του έθνους στις υπερεθνικές συνεργασίες
            Αυτό που κατέστη σαφές από νωρίς ήταν ότι οι πολίτες των εμπλεκόμενων σε υπερεθνικά σχήματα χωρών δεν είχαν ενεργό συμμετοχή, άποψη ή ενημέρωση για τις διεθνείς πρωτοβουλίες. Συνεπώς δεν υπήρξε κατάλληλη νομιμοποίηση των διεθνών διαδικασιών και εντάθηκε το λεγόμενο ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ καθιστώντας τις ‘εθνικού’ τύπου θεωρίες ανεπαρκείς για τα υπερεθνικά σχήματα. Έτσι τα σχήματα αυτά εξελίσσονται ερήμην των πολιτών στη βάση των διακυβερνητικών σχέσεων των κρατών που τα κατασκεύασαν. Ενώ λοιπόν αυξάνεται ο αριθμός και η επίδραση των υπερεθνικών θεσμών, δεν υπάρχει το κατάλληλο θεωρητικό υπόβαθρο περί των δικαιωμάτων των πολιτών και της δικαιοσύνης γενικότερα (Kymlicka, 2005, σ.435-436).
            Η ΕΕ αποτελεί παράδειγμα για τα φαινόμενα έλλειψης δημοκρατικής νομιμότητας, όπου εγείρονται ουσιώδη διλλήματα περί της ανάγκης ή μη ενίσχυσης της εθνικής υπόστασης εντός των κόλπων της. Αυτό οφείλεται στα διαφορετικά κέντρα λήψης αποφάσεων όπου άλλα κατέχουν νομιμοποίηση μέσω άμεσης εκλογής (Κοινοβούλιο) και άλλα έμμεση (Επιτροπή και Συμβούλιο Υπουργών). Η προσέγγιση που απομακρύνεται από την εθνικιστική αντίληψη, θέλει την ενίσχυση της άμεσης λογοδοσίας της ΕΕ προς τους πολίτες με ενίσχυση του Κοινοβουλίου. Η περισσότερο εθνικιστική προσέγγιση θέλει τις εθνικές κυβερνήσεις της ΕΕ να επωμίζονται περεταίρω υποχρέωση λογοδοσίας προς τους πολίτες κάθε κράτους, για τις ενέργειες των εκπροσώπων τους στα ευρωπαϊκά όργανα (Kymlicka, 2005, σ.437).
            Χωρίς να απαιτείται αυτή τη στιγμή να κάνουμε τη ‘σωστότερη’ επιλογή, είναι αυτονόητο ότι τελικά την απάντηση κάθε φορά τη δίνουν οι ίδιοι οι λαοί με τη στάση τους. Παρατηρείται λοιπόν μια από τα κάτω αδιαφορία για τα θέματα που απασχολούν την ΕΕ ως οργανισμό. Ο κάθε λαός δείχνει να ενδιαφέρεται μόνο για εκείνα τα θέματα που επηρεάζουν την κατάστασή του στο εσωτερικό του κράτους όπου ανήκει ή έστω για όσα επηρεάζουν τη συνολική θέση του κράτους τους στο εσωτερικό της ΕΕ. Η δημοκρατικού τύπου συζήτηση μεταξύ των λαών για τα κοινά ζητήματα είναι ελάχιστη και εξωθεσμική (φόρουμ, διαδίκτυο). Η ανησυχία των πολιτών για το μέλλον τους δεν υπόκειται στις προδιαγραφές της κοινής ευρωπαϊκής τους ταυτότητας, αλλά στις επιμέρους θεωρήσεις που έχει ο καθένας βάσει της εθνικής τους υπόστασης (Kymlicka, 2005, σ.437).
            Το χάσμα λοιπόν μεταξύ των πολιτών και του Κοινοβουλίου μεγαλώνει, αφού οι ευρωβουλευτές δεν έχουν ενσωματωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως εκπρόσωποι του. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει καταφέρει να αναλάβει το ρόλο που έχουν τα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλια ως εργαλεία αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που συνδέουν το λαό με τα εκτελεστικά όργανα και προωθούν τα αιτήματά του. Παραμένει έτσι ένα απόμακρο και αναξιοποίητο όργανο που πασχίζει να ισχυροποιήσει την παρουσία του (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ.173 και Majone, 2006, σ.7).

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ : Πόσο επίκαιρος είναι ο Εθνικισμός εντός της Ευρωπαϊκής οικογένειας?
            Η εγγενής αδυναμία των ευρωπαίων πολιτών να σκεφτούν, εκφραστούν και αποφασίσουν στη βάση μιας δημοκρατικής αντιπαράθεσης για την ΕΕ ως ενιαίο σύνολο και όχι ως άθροισμα εθνών, απαιτεί ένα βήμα πανευρωπαϊκής συζήτησης που να ξεπερνά τα εθνικά ‘εμπόδια’ της εθνικής στάθμισης συμφερόντων και της διαφορετικής γλώσσας. Μόνο έτσι θα μπορούσε να ξεπεραστεί το να είναι η ΕΕ έμμεσα υπόλογη στους πολίτες δια των εθνικών κυβερνήσεων. Η ανυπαρξία κοινής πλατφόρμας ενημέρωσης και συζήτησης των πολιτών, επιβεβαιώνει ότι στο άμεσο μέλλον οι εθνικές κυβερνήσεις θα εξακολουθούν να παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των υπερεθνικών θεσμών και των πολιτών.
            Επιπλέον οι παρατηρημένες συμμαχίες που λαμβάνουν χώρα στο Ευρ.Κοινοβούλιο μεταξύ των παρατάξεων, γίνονται όχι σε επίπεδο ιδεολογικό ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική, αλλά σε επίπεδο εθνικό προκειμένου να προωθηθούν τα συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών ή ομάδων στη σύνταξη σχεδίων και κανονισμών. Οι ευρωπαίοι πολίτες αδιαφορούν και απέχουν από τις ευρωεκλογές γιατί πρακτικά έως τώρα, δεν έχουν δει να αντιστοιχίζονται οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι τους με τη φιλοσοφία των αποφάσεων σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά πρωτίστως σε εθνικό. Εν ολίγοις δεν μεταφράζεται η πολιτική βούληση του ευρωπαίου, γιατί διαμεσολαβείται μέσα από διεργασίες που αφαιρούν την ιδεολογική εκπροσώπηση (Follesdal & Hix, 2006, σ.553).
            Συχνά η απροθυμία των ίδιων των πολιτών να επιδιώξουν την ενίσχυση της εκδημοκράτισης των ευρωπαϊκών οργάνων γίνεται και για πρακτικούς λόγους (είτε κατευθυνόμενα είτε αυθόρμητα), υπό τον κίνδυνο της απώλειας της εθνικής αρνησικυρίας (και άρα απώλειας των εθνικών επιδιώξεων στο βωμό του ευρωπαϊκού συμφέροντος), πράγμα που καθιστά προς το παρόν τις δομές του έθνους-κράτους στέρεες (Kymlicka, 2005, σ.438). Υπό αυτή την έννοια, τα έθνη παίζουν ακόμα το σημαντικότερο ρόλο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τόσο ώστε να μην υπάρχει ομογενοποιημένη ευρωπαϊκή συνείδηση που να υποσκελίζει τις εθνικές ιδιαιτερότητες, προς όφελος της καθαρής πολιτικής ιδεολογίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται στα περισσότερα υπερεθνικά σχήματα που απαιτούν την συνεργασία των συμμετεχόντων και την εκχώρηση αρμοδιοτήτων για τη λήψη κοινών αποφάσεων, συμπεραίνουμε ότι μάλλον ενισχύεται παρά αποδυναμώνεται ο ρόλος του έθνους, εν μέσω του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, καθιστώντας τον φιλελεύθερο πολιτικό εθνικισμό σταθερά επίκαιρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
·         BERLIN, I., (2003), ‘Εθνικισμός’ στον τόμο Κόντρα στο Ρεύμα-Δοκίμια στην Ιστορία των Ιδεών, επιμ. Π. Βαλλιάνος, σ.585-618, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα.
·         FOLLESDAL, A., & HIX, S. (2006), ‘Why there is a democratic deficit in the EU: A response to Majone and Moravcsik’, Journal of Common Market Studies, Vol 44, No 3, σελ. 533-562. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1111/j.1468-5965.2006.00650.x/pdf
·         HEYWOOD, A., (2007), Πολιτικές Ιδεολογίες, Μτφρ. Χ. Κουτρής, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Επίκεντρο.
·         HOBSBAWM, E. J., (1994), Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 Μέχρι Σήμερα, μτφρ. Χ. Ναντρις, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα.
·         KEDOURIE, E., (1999), Ο Εθνικισμός, μτφρ. Σπύρος Μαρκέτος, Εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα.
·         KYMLICKA, W., (2005), Η πολιτική Φιλοσοφία της Εποχής μας, Μτφρ. Γ. Μολύβας, Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις.
·         ΛΕΚΚΑΣ, Π., (2001), Το παιχνίδι με το Χρόνο : Εθνικισμός και Νεοτερικότητα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
·         ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. και λοιποί (2008), Η Ευρωπαϊκή Ένωση την Αυγή της Τρίτης Χιλιετίας: Θεσμοί, Οργάνωση και Πολιτικές, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
·         MAJONE, G. (2006), ‘Is the European constitutional settlement really successful and stable?’, Notre Europe, October 2006. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.notre-europe.eu/uploads/tx_publication/Moravcsik-reponse-Majone-en_02.pdf
·         ΜΑΡΚΕΤΟΣ, Σ., (2002), Εισαγωγή στη Μελέτη των Πολιτικών Ιδεολογιών - Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
 

© Ιωάννης Ζήσης 2012