"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



Από τον Σεπτέμβριο 2014 ο συντάκτης μετοικεί στο Hull της Μ.Βρετανίας ως διδακτορικός ερευνητής του University of Hull-School of Law & Politics.
Το παρόν blog δεν θα ανανεώνεται αλλά παραμένει ενεργό για χάρη των φίλων σπουδαστών του ΕΑΠ που μπορεί να βοηθηθούν από τις δημοσιευμένες εργασίες και τις βιβλιογραφικές πηγές στην εκπόνηση των δικών τους εργασιών.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΕΠΟ32 (Θεσμοί Ευρωπαϊκού Πολιτισμού) - 5/2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΪΟΣ 2011

ΘΕΜΑ
 «Η επίδραση του John Dewey στα εκπαιδευτικά συστήματα του 20ου αιώνα»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  • Λίγα λόγια για την προσωπικότητα του John Dewey
  • Η βασική θεώρηση του Dewey για την εκπαίδευση
  • Βαθμός επίδρασης των θεωριών του Dewey στα εκπαιδευτικά Συστήματα
  • ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: Εκπαίδευση και δημοκρατική κοινωνία         
  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ      

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Το θέμα πραγματεύεται τη συμβολή του επιφανούς φιλόσοφου και παιδαγωγού John Dewey, στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών αρχών και συστημάτων του 20ου αι. Στόχος της εργασίας είναι να εξετάσει τον κεντρικό πυρήνα της θεωρίας του Dewey και να παρουσιάσει κατάλληλα τον τρόπο με τον οποίο αυτή η θεωρία διαμόρφωσε τη σύγχρονη αντίληψη της παιδαγωγικής, ειδικότερα ως προς τη σχέση καθηγητή-μαθητή.
            Αρχικά θα παρουσιαστεί ένα σύντομο ιστορικό πλαίσιο για τη ζωή και το έργο του Dewey προκειμένου να διαφανεί ο τρόπος που η προέλευση του (κοινωνικά και γεωγραφικά) επηρέασε τον τρόπο σκέψης του.
            Ακολούθως θα γίνει περιεκτική αναφορά στην κεντρική εκπαιδευτική θεωρία του, δίνοντας έμφαση στα στοιχεία εκείνα που συνδέουν τη αντίληψη του Dewey για την εκπαίδευση και την δημοκρατική ευνομούμενη κοινωνία πολιτών.
            Στη συνέχεια θα παρατεθεί μια γενική εντύπωση για τη συνολική συμβολή και επίδραση της διδασκαλίας του στη διαμόρφωση των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων, έτσι όπως αυτή καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία.
            Εν κατακλείδι, ‘αντί επιλόγου’ θα διατυπωθεί μια γενική εκτίμηση για τη σχέση των εκπαιδευτικών θεωριών του Dewey με το δημοκρατικό έλλειμμα που αντιμετωπίζουν οι σημερινές κοινωνίες της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την ανάγκη ειλικρινούς επικοινωνίας διδάσκοντος και διδασκόμενων, για την εξάλειψη της παθητικότητας και την ενεργοποίηση των πολιτών.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ JOHN DEWEY
            Ο Dewey θεωρείται ένας μεγάλος στοχαστής του 20ου αι. που επηρέασε ιδιαίτερα την εκπαίδευση μέσω των θεωριών του. Το ότι μεγάλωσε σε μια μικρή αμερικάνικη πόλη με το ήθος του 19ου αι. επηρέασε με δύο τρόπους τη σκέψη του. Από τη μία, πείστηκε από νωρίς ότι η παραδοσιακή, παλιομοδίτικη, στατική και παθητική σχολική προσέγγιση που ίσχυε στην πόλη του και στις υπόλοιπες αγροτικές περιοχές, ήταν κενή περιεχομένου. Ήταν ακατάλληλη για να στηρίξει μια αμερικάνικη κοινωνία που μεταμορφωνόταν ραγδαία υπό την εκβιομηχάνιση, τη μετανάστευση, την αύξηση πληθυσμού και την κοινωνική αλλαγή που όλα αυτά συνεπάγονταν. Από την άλλη, η άμεση καθημερινή επαφή στα πλαίσια μιας μικρής κοινωνίας σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, διαμόρφωσαν στον Dewey την πεποίθηση ότι τα παιδιά πρέπει από νωρίς να βρίσκονται σε ενεργή συμμετοχή στα δρώμενα της κοινότητας, συνεπώς το σχολείο πρέπει να είναι πρωτίστως ένας κοινωνικός θεσμός που να τα οδηγεί κατάλληλα. Άρα το σχολείο δεν αποτελεί ένα μέσο προετοιμασίας για τη μελλοντική ζωή αλλά μία διαδικασία αυτής καθαυτής της ζωής (Flanagan, 1997).
            Μετά από πανεπιστημιακές σπουδές στο Βερμοντ και διδακτορικές σπουδές στο John Hopkins, διορίστηκε ήδη από τα 35 του ως Υπεύθυνος Καθηγητής του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο όπου σύστησε για πρώτη φορά το Εργαστηριακό Σχολείο. Αυτό αποτέλεσε το πεδίο εφαρμογής των παιδαγωγικών θεωριών του με σκοπό να δείξει ότι οι μαθητές πρέπει να δημιουργούν τις δικές τους μαθησιακές εμπειρίες μέσα από τον πειραματισμό, την αναζήτηση και τη δημιουργικότητα. Μέσα σε μια τάξη όπου θα μπορούν (και χωροταξικά) να σχηματίζουν ομάδες για ομαδικές δραστηριότητες, θα αγγίζουν τη γνώση όχι λαμβάνοντας την έτοιμη αλλά ανακαλύπτοντάς την με την καθοδήγηση του δασκάλου (ο.π.).
            Έχοντας την εμπειρία του Εργαστηριακού Σχολείου, το 1904 ανέλαβε καθηγητής στο Columbia και από εκεί καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους παιδαγωγικούς φιλοσόφους. Από εκεί διέδωσε τις εκπαιδευτικές του θεωρίες, ταξιδεύοντας και γράφοντας έως και το τέλος της ζωής του, αρκετά μετά την τυπική συνταξιοδότησή του το 1930 (ο.π.). Χρησιμοποιώντας τη θεωρία της Ανάπτυξης συνέδεσε τη σχολική και την ενήλικη εκπαίδευση, θεωρώντας ως έμφυτη την δυνατότητα συνεχούς ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας πέρα από τη σχολική ηλικία, άρα και εφικτή τη διαρκή εκπαίδευση σε όλη τη διάρκεια της ζωής (Βασιλου, 2002). Με τη θεωρία αυτή υπερβαίνει και απορρίπτει τις τελεολογικές εξηγήσεις των γεγονότων καθιστώντας την εκπαίδευση όχι μια προετοιμασία για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά το αποτέλεσμα της συνεχούς συσσώρευσης και ωρίμανσης των εμπειριών μας (Flanagan, 1997).
Η ΒΑΣΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ DEWEY ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
            Ο Dewey ανήκει στον κύκλο των Αγγλοαμερικανών διανοούμενων του Πραγματισμού που είναι πεπεισμένοι ότι η αλήθεια κρίνεται στην πράξη (Romano, 2000, σ.500). Ο Πραγματισμός αποτέλεσε μια μορφή διαμεσολαβητικής τάσης που κόντρα στον διπολισμό του 19ου αι. (επιστήμη-θρησκεία, θετικισμός-ρομαντισμός, δημοκρατία-αριστοκρατία κλπ.) προσπαθεί να συνθέσει μια ενωτική φιλοσοφία ζωής. Ο Dewey ασχολήθηκε με παραδοσιακούς (ηθική, μεταφυσική κλπ.) αλλά και πρακτικούς προβληματισμούς και συνέδεσε έντονα το όνομά του με την εκπαίδευση, ως εμπνευστής ‘εναλλακτικών’ ιδεών, που αναδεικνύουν τον διαρκή και αδιάλειπτο χαρακτήρα της, ανεξάρτητα από την ηλικία του ανθρώπου (Βασιλου, 2002).
            Μέσα από την Πραγματιστική προσέγγιση ο Dewey διακήρυξε ότι η αληθινή εκπαίδευση στηρίζεται στην εμπειρία και εκπορεύεται από αυτήν. Στο σχολείο αυτό μεταφράζεται ως συμμετοχή των μαθητών σε δραστηριότητες (έρευνα, παρατήρηση, projects κλπ.) και ότι άλλο απαιτεί την ενεργοποίηση των μαθητών με σκοπό την δημιουργία βιωμάτων που να παράγουν γνώση (Δεδούλη, 2001, σ.147). Σε κάθε περίπτωση βέβαια η εμπειρική προσέγγιση πρέπει να γίνει στη βάση ενός σχεδίου που να οργανώνει την διδακτέα ύλη, τη μέθοδο διδασκαλίας και τα υλικά εφόδια που απαιτούνται, διαφορετικά η εμπειρία που αναπτύσσεται κινδυνεύει να καταστεί κενή ουσίας και παιδευτικής αξίας. Τέτοια αξία επιτυγχάνουν οι εμπειρίες εκείνες που κατά τον Dewey, καταφέρνουν αντλώντας στοιχεία από τις προγενέστερες, να επιζούν παραγωγικά και να επιδρούν στις επόμενες (στο ίδιο, σ.149).
             Αν και τον απασχολούσε γενικά η εκπαίδευση ως θεσμός, έκανε ιδιαίτερες αναφορές στην εκπαίδευση των ενηλίκων. Ουσιαστικά πρότεινε ένα νέο τρόπο αντίληψης, στα πλαίσια μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που θα αντιμετωπίζει τη μάθηση ολιστικά, ως μια συντονισμένη πορεία του ανθρώπου στις διάφορες φάσεις της ζωής του. Υποστήριζε ότι εφόσον η αρχική εκπαιδευτική εμπειρία του ανθρώπου θέσει πετυχημένες βάσεις για συνεχή αναζήτηση της γνώσης, τότε ο ενήλικας μπορεί να επιδιώκει την επέκταση της μαθησιακής εμπειρίας σε μια αέναη εκπαιδευτική διαδικασία (Βασιλου, 2000).
            Η μάθηση για τον Dewey αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία που συνδέει την εμπειρία με τις παρορμήσεις και τους σκοπούς μας. Ουσιαστικά η μετατροπή σε σκόπιμη πράξη των παρορμήσεών, των συναισθημάτων και των επιθυμιών που μας ξυπνά μια εμπειρία, αποτελεί ένα μηχανισμό μάθησης. Η μάθηση έχει εκπαιδευτική αξία όταν συνδέει τις διαφορετικές εμπειρίες και όχι όταν νοείται αποσπασματικά. Η παρόρμηση αποτελεί ένα ερέθισμα εκκίνησης, που οδηγεί αρχικά σε κριτική αποτίμηση και τελικά σε απόφαση για την αξία μιας εμπειρίας (Ζαρίφης, 2003, σ.52-54).
            Ο Dewey νοεί την εκπαίδευση ως άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ανάπτυξης. Εφόσον ο άνθρωπος εξελίσσεται πνευματικά καθ’ όλη τη ζωή του, άρα και η εκπαίδευση του είναι δια βίου. Το σχολείο είναι μεν το αρχικό στάδιο της εκπαίδευσης όμως και οι λοιπές εμπειρίες της ζωής εκτός σχολείου, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής μαθησιακής διαδικασίας. Όπως ο ίδιος έγραψε, το τέλος του σχολείου δεν πρέπει να σηματοδοτεί το τέλος της εκπαίδευσης καθώς η ίδια η ζωή είναι διδακτική και αποτελεί χώρο περεταίρω μάθησης. Η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση είναι ένα μόνο στάδιο λίγων ετών, στο οποίο δεν εξαντλείται η πρόσληψη όλης της δυνατής γνώσης. Τουναντίον, η ικανότητα προσωπικής ανάπτυξης (πνευματικής και κοινωνικής) για κάθε άνθρωπο, είναι έμφυτη σε αυτόν και παραμένει ζωντανή σε όλη του τη ζωή (Βασιλου, 2000).

ΒΑΘΜΟΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ DEWEY ΣΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
            Ο 20ος αι. υπήρξε ιδιαίτερα ριζοσπαστικός για την εκπαίδευση κυρίως γιατί η άνοδος του βιοτικού επιπέδου που συντελέστηκε, άλλαξε τις προσδοκίες των ανθρώπων για την προσωπική και κοινωνική τους εξέλιξη και άρα και την αντίληψη τους για το σκοπό και το χαρακτήρα της μάθησης. Σε συνδυασμό με την εξέλιξη των φυσικών και κοινωνικών επιστημών και την ανάδειξη της ατομικότητας και του κράτους πρόνοιας, η εκπαιδευτική διαδικασία οργανώθηκε στη βάση εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων, που παρείχαν ισότιμες ευκαιρίες στη γνώση, ανεξάρτητα από την κοινωνική προέλευση του πολίτη (Γκότσης, 2001, σ.168).
            Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. διάφοροι επιφανείς παιδαγωγοί άρχισαν να αντιδρούν στην έως τότε τυποποιημένη εκπαιδευτική διαδικασία της μαζικής γνώσης και της παθητικής συμμετοχής των μαθητών, σε σχολικούς χώρους που αναπαρήγαγαν την εκβιομηχανισμένη εκδοχή της μόρφωσης, χωρίς περιθώρια δημιουργικής έκφρασης. Με στόχο το συμμετοχικό διάλογο και την έκφραση των προσωπικών ενδιαφερόντων και αναγκών των μαθητών, αναζήτησαν μια παιδαγωγική που να υποστηρίζει την ελευθερία βούλησης και την αυτονομία (στο ίδιο, σ.169).
            Αναπτύχθηκε έτσι η τάση που επιδιώκει το πάντρεμα της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας στην αγωγή και η ιδέα ότι η μάθηση έρχεται καλύτερα μέσα από την πράξη. Όλες αυτές οι αναζητήσεις βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στις παιδαγωγικές θεωρίες του Dewey, που υποστήριξε ότι ο μαθητής επιτυγχάνει με μεγαλύτερη φυσικότητα την προσωπική του αυτοτέλεια και την κοινωνική του ανάπτυξη (που είναι και το κύριο ζητούμενο), μέσα από το συνδυασμό θεωρίας και πράξης μέσα στην τάξη (στο ίδιο, σ.170).
            Για τον Dewey η αγωγή είναι ένα πλέγμα διαδικασιών και ενεργειών, με το οποίο κάθε κοινωνική ομάδα μεταβιβάζει τα πολιτισμικά στοιχεία που προσέλαβε από μια γενιά στην επόμενη. Προσδίδει έτσι στο σχολείο μια έντονη κοινωνική διάσταση καθώς αυτό πλέον ενεργεί ως το όχημα για να μεταβιβαστεί η πολιτιστική κληρονομιά στη νέα γενιά, μέσα από την ενεργό συμμετοχή του μαθητή στην ζωή της κοινότητας (ο.π.).
            Η προσφορά του Dewey είναι ουσιαστικά μια ενωτική φιλοσοφία, όπου η διαδικασία της εκπαίδευσης αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο στόχων και νοείται ως ένα όλον που αναπτύσσεται σε διάφορες συνεργαζόμενες φάσεις. Απώτερος στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας της ζωής, προοδευτικά ξεκινώντας από τα σχολικά χρόνια. Αυτή η προοδευτική βελτίωση του ανθρώπου μέσα από την εκπαίδευση έχει εμπνεύσει τις διάφορες κοινωνικές εκφάνσεις της σύγχρονης Εκπαίδευσης Ενηλίκων (εκπαίδευση μεταναστών, γονέων κλπ.).  Ο Πραγματισμός του Dewey έχει επίσης θέσει τις ρίζες για την ανάδειξη πολλών εκπαιδευτικών αρχών (επίλυση προβλημάτων, ρόλος της εμπειρίας, ενδιαφέροντα ενηλίκων κλπ.) (Βασιλου, 2002).
            Ο Dewey έχει μερικές φορές άδικα συνδεθεί με τις υπερβολές μιας ‘προοδευτικής’ εκπαίδευσης που αφήνει τα παιδιά ασύδοτα και σχετίζεται με την κακή χρήση της μεθόδου του και την έλλειψη κατάλληλης καθοδήγησης από τον καθηγητή. Πάρα ταύτα, η συμβολή του υπήρξε ανυπολόγιστη στην απελευθέρωση της εκπαίδευσης από την στατική έννοια της αποθήκευσης στείρας γνώσης. Σχηματοποίησε μια εκπαιδευτική θεωρία απόλυτα συνυφασμένη με τη σύγχρονη κοινωνική και βιομηχανική πρόοδο, χωρίς όμως να την καταστήσει δέσμιά τους (Flanagan, 1997).

 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
            Από την ανάλυση που σχηματοποιήθηκε παραπάνω, είδαμε ότι αποτελούσε πεποίθηση του Dewey πως σε μια δημοκρατική κοινωνία, η αποστολή της εκπαίδευσης είναι να καλλιεργήσει την ικανότητα του ανθρώπου για συνεχή ανάπτυξη. Ο σκοπός της λοιπόν βρίσκεται στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία, που ανατροφοδοτείται συνεχώς μέσα από την εμπειρία. Όμως, ζώντας σε ένα δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον, με συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής, ιδιοκτησίας, εργασίας και με συγκεκριμένες ιδεολογίες, αρχές και δυνατότητες δράσης και εξέλιξης, οι σκοποί της εκπαίδευσης είναι λογικό να αναπαράγουν τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις. Βέβαια ο καθορισμός των εκπαιδευτικών στόχων για κάθε κοινωνία, δεν συνεπάγεται την αυτόματη ταύτιση των ατόμων με τις επιδιώξεις των κυρίαρχων κοινωνικών συμφερόντων (Παυλίδης, 2006, σ.99-100).
            Ο Dewey λοιπόν στηρίζει μια εκπαίδευση στην υπηρεσία της δημοκρατίας, που να διασφαλίζει την απρόσκοπτη επικοινωνία των ατόμων και των εμπειριών τους, με σκοπό τη σύγκλιση διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων. Η πρόοδος της κοινωνίας θα έρθει μέσα από την κατάλληλη αναπροσαρμογή των θεσμών, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης επικοινωνίας και των αμοιβαίων εμπειριών (στο ίδιο, σ.117).
            Στην εποχή της παντοδυναμίας της μονόδρομης επικοινωνίας (μέσω τηλεόρασης, διαφήμισης κλπ.), ο Dewey δημιουργεί μια θεωρία όπου το να ‘ακούμε’ τα διάφορα μηνύματα χωρίς συμμετοχή απορρίπτεται ως αντιδημοκρατικό. Οι νέες τεχνολογίες μαζικής επικοινωνίας, ενώ φαινομενικά ενισχύουν την επαφή των εθνών και των λαών, εν τούτοις αναπαράγουν αυτή την παθητική μορφή μονόδρομης πληροφόρησης από τον ισχυρό προς τον λιγότερο ισχυρό. Μόνο το επικοινωνιακό ‘πάρε-δώσε’, μπορεί να προσδώσει στην κοινωνία τη μορφή μιας αυθεντικής κοινότητας πολιτών με αμοιβαία εμπιστοσύνη (Waks, 2010, σ.16-17).
            Η μονόδρομη επικοινωνία πρέπει να γίνει ομοίως απορριπτέα και από τα σχολεία, καθώς η παθητικότητα που αναπαράγεται εντός του παραδοσιακού σχολείου, δημιουργεί πολίτες ευάλωτους σε αντιδημοκρατικές δυνάμεις και συμπεριφορές. Η αμφίδρομη συναλλακτική επικοινωνία δημιουργεί προϋποθέσεις συνεργατικής φιλίας που βρίσκονται στην καρδιά της δημοκρατίας. Για να μπορέσει λοιπόν να αναπαραχθεί η δημοκρατία και να εδραιωθεί στις σημερινές κοινωνίες, τα σχολεία πρέπει ως ζωντανοί πυρήνες των τοπικών κοινοτήτων, να ενισχύσουν και να διατηρήσουν προϋποθέσεις επικοινωνιακού δούναι και λαβείν, μεταξύ των μαθητών και μεταξύ του καθηγητή και των μαθητών (Waks, 2010, σ.17).
            Η φιλελεύθερη αντίληψη για τη βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα από την εκπαίδευση, μεταφράζεται στην παροχή κοινών μορφωτικών αγαθών και της ίδιας δυνατότητας για όλους, για την απόκτηση κατάλληλων εφοδίων. Όμως η υπόσχεση για ένα καλύτερο κόσμο μέσω της μόρφωσης είναι τελικά παραπλανητική. Τα άτομα είναι ξεχωριστές οντότητες και η ανάδειξη της ατομικότητας αποτελεί κριτήριο επιλογής των καλυτέρων. Όταν όμως η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από τόσες πολλές αντιθέσεις, ακόμα και αν υπάρχουν οι υλικοτεχνικές υποδομές για την ισότιμη παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών, η καθολική πρόσβαση στα αγαθά της γνώσης δεν είναι εφικτή, λόγω της επίδρασης του εξωσχολικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής προέλευσης. Έτσι η ισότιμη αντιμετώπιση στο σχολείο, ουσιαστικά αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες που επικρατούν έξω από αυτό. Επιπλέον, οι σκοποί της εκπαίδευσης καθορίζονται από τα αγοραία συμφέροντα και την κρατική επιστασία, καταδικασμένοι να αναπαράγουν το κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών σχέσεων
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  •  ΒΑΣΙΛΟΥ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Β. (2002), «Η εκπαίδευση ενηλίκων υπό το πρίσμα δύο στοχαστών του 20ου αι. : J. Dewey & P. Freire. Από την επιστημονική θεωρία στο κοινωνικό κίνημα και στους θεσμούς», Εισήγηση στο 2ο Διεθνές Συνέδριο με θέμα ‘Η παιδεία στην  αυγή του 21ου αι.’, Πανεπιστήμιο Πάτρας, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Οκτώβριος 2002. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:  http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio2/praktika/basilou.htm
  • ΓΚΟΤΣΗΣ, Γ. και ΣΥΡΙΑΤΟΥ, Α. (2001), Δύο Θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού – Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
  • ΔΕΔΟΥΛΗ, Μ. (2001), «Βιωματική μάθηση – Δυνατότητες αξιοποίησης της στο πλαίσιο της Ευέλικτης Ζώνης», Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, τεύχος 6, σ.145-159. Εκδόσεις Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Διαθέσιμο στην ηλεκτρ. διεύθυνση: http://www.pi-schools.gr/download/publications/epitheorisi/teyxos6/deloudi.PDF
  • ΖΑΡΙΦΗΣ, Γ. (2003), «Από τον Dewey στον Kolb: παρουσίαση, ανάλυση και συγκριτική αποτίμηση μοντέλων εμπειρικής μάθησης ενηλίκων», Παιδαγωγική Επιθεώρηση, τεύχος 35, σ.49-73. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/4240
  • FLANAGAN, F. (1997), «John Dewey 1859-1952», Minerva Internet Journal of Philosophy, Vol 1, Nov 1997. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.ul.ie/~philos/vol1/dewey.html
  • ΠΑΥΛΙΔΗΣ, Π. (2006), «Αναζητώντας τους σκοπούς της εκπαίδευσης - Για την επανεξέταση του ιδεώδους της αυτονομίας», Σύγχρονη Εκπαίδευση, τεύχος 147, Οκτ-Δεκ 2006, σ.99-127. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://users.auth.gr/ppavlidi/Pavlidis_5.pdf
  • ROMANO, S. (2000), «Το τέλος της βεβαιότητας - Ο άνθρωπος ως αξία», στο Αρβελέρ, Ε. και Aymard, Μ. Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, τόμος Β, Αθήνα, Εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ.
  • WAKS, L. (2010), «John Dewey on listening in school and society», Working Paper στο Philosophy of Education Society of Great Britain. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://www.philosophy-of-education.org/uploads/papers2010/Waks.pdf 


  © Ιωάννης Ζήσης 2011

ΕΠΟ20 (Ευρωπαϊκές Τέχνες) - 5/2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΪΟΣ 2011

ΘΕΜΑ
 «Στις αρχές του 20ου αιώνα, η χρήση ετερόκλητων υλικών στη δημιουργία έργων οδηγεί στο κολάζ, τη συναρμογή και τη χρήση του βιομηχανικού αντικειμένου, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι δυνατότητες έκφρασης του καλλιτέχνη και το περιεχόμενο της τέχνης.
Επιλέξτε ένα σχετικό έργο και αφού το μελετήσετε σχολιάστε τη σημασία της νέας αυτής αισθητικής για την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης. Επίσης, χρησιμοποιήστε ένα αρχιτεκτονικό έργο του Le Corbusier ή του Mies vander Rohe και εντοπίστε τους νεωτερισμούς του μοντέρνου αρχιτεκτονικού λεξιλογίου σε σχέση με την περίοδο της art nouveau.
Στη μουσική, αναφερθείτε στην ‘ομάδα των έξι’ συνθετών, στη σχέση τους με τους Ζαν Κοκτώ και Ερίκ Σατί και παρουσιάστε το κοινωνικό πλαίσιο και τις αισθητικές αρχές στις οποίες στηρίχτηκε το έργο τους.»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η μετάβαση στον 20ο αι. και η διαμόρφωση της μοντέρνας αισθητικής στις τέχνες
◦ Η σημασία της νέας αισθητικής μέσα από ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα κολάζ           
◦ Οι νεωτερισμοί της μοντέρνας αρχιτεκτονικής
◦ Η ‘ομάδα των έξι’ και οι αρχές του έργου τους
◦ ΕΠΙΛΟΓΟΣ       
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  



ΕΙΣΑΓΩΓΗ:  Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ
            Ο 19ος ήταν ο αιώνας της μηχανιστικής αντίληψης για τη ζωή, της μαζικής παραγωγής και της εδραίωσης του αστικού προτύπου διαβίωσης. Οι συνθήκες της εποχής οδήγησαν τους καλλιτέχνες στη ‘διαφυγή’ προς νέες καινοτομικές αναζητήσεις που εκφράστηκαν μέσα από το κίνημα του ρομαντισμού. Ο καλλιτεχνικός πειραματισμός ξέφυγε από την παραδοσιακή αναπαράσταση προς την υποκειμενική αντίληψη των εικόνων, των φορμών, των όγκων και των σχημάτων ως έκφραση εσώτερων εντυπώσεων.
            Αντίστοιχα τον 20ο αι. η τέχνη χαρακτηρίζεται από ένα πλούτο τάσεων, καλλιτεχνικών εκφράσεων και κινημάτων που είτε λόγω της επιτάχυνσης των ρυθμών ζωής, είτε λόγω της διογκούμενης αναζήτησης των ορίων της τέχνης, προσαρμόζονται κάθε φορά στις ιδιαιτερότητες και τις συνθήκες της ρευστής εποχής. Βασικό κοινό χαρακτηριστικό, αποτελεί η προσπάθεια αποστασιοποίησης του καλλιτέχνη από παραδοσιακές αντιλήψεις και τρόπους έκφρασης και η χρήση μεθόδων, υλικών και εργαλείων που βρίσκονται γύρω του, σχετίζονται με την εργασία ή την επιστήμη και παράγουν δημιουργίες ταυτισμένες με τη ζωή του.
            Ειδικά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα εμφανίστηκαν καινοτομικές ιδέες που μορφοποιήθηκαν μέσα από αντίστοιχα κινήματα που ανέδειξαν την έκφραση (expression) των συναισθημάτων, την αφαίρεση τμημάτων της δομικής σύνθεσης των έργων και την εξωτερίκευση των φαντασιακών (surreal) εξάρσεων των καλλιτεχνών. Επίσης όπως και κατά τον 19ο αι. με την Ιαπωνική τέχνη, η ‘ανακάλυψη’ της Αφρικανικής τέχνης επέφερε βαθιά επιρροή στην υιοθέτηση σχημάτων και μορφικών στοιχείων, που άνοιξαν νέους δρόμους έκφρασης στην Ευρώπη, εκφρασμένους από ‘πρωτοποριακά’ σχήματα και τάσεις (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.67-68).
            Στις εικαστικές τέχνες με τους Πικάσο και Μπρακ και τον συνθετικό κυβισμό είχαμε την επινόηση του κολάζ, δηλαδή την εισαγωγή στους πίνακες ετερογενών αντικειμένων και υλικών (βιομηχανικών ή μη) που παντρεύουν τη ζωγραφική με τα στοιχεία της πραγματικής ζωής, δημιουργώντας την έννοια του πίνακα-αντικειμένου.Στην αρχιτεκτονική η ανάγκη ταύτισης των κατασκευών με τις ανθρώπινες χρηστικές ανάγκες οδήγησε σε νέα τεχνικά και αισθητικά αποτελέσματα. Η επίτευξη εργονομίας και λειτουργικότητας, μέσα από τη χρήση νέων βιομηχανικών υλικών και τεχνικών μεθόδων, οδήγησε σε αντίστοιχης αισθητικής κατασκευές, χωρίς τις επιτηδευμένες διακοσμητικές εξάρσεις της Αρτ Νουβώ.



Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΚΟΛΑΖ
            Οι καλλιτέχνες του 20ου αι. αναγκάστηκαν εν πολλοίς από τις συνθήκες να εφεύρουν νέες μορφές έκφρασης προκειμένου να υπερπηδήσουν τα αδιέξοδα της δυτικής τέχνης. Όπως τα πειράματα του Αρτ Νουβώ στράφηκαν στα ιαπωνικά χαρακτικά έτσι και οι πειραματισμοί των μοντέρνων καλλιτεχνών στράφηκαν στη νέγρικη γλυπτική για να αντλήσουν την τεχνική απλότητα, τη δομική διαύγεια και την εκφραστική ένταση που δεν μπορούσαν πια να βρουν στην αναπαράσταση της φύσης ή στην εξιδανικευμένη ομορφιά (Gombrich, 1998, σ.562-563).
            Οι καλλιτεχνικοί πειραματισμοί ταμπελοποιήθηκαν υπό τη μορφή κινημάτων που αγωνίζονταν να πρωτοτυπήσουν και να επεκτείνουν τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο γαλλικός φωβισμός χαρακτηρίζεται από την ενστικτώδη χρήση εντυπωσιακών χρωμάτων με αρμονική διάθεση και επιθυμία να συγκινήσει τον θεατή αισθηματικά και πνευματικά. Με κύριο εκφραστή τον Ματίς, μέσα από επίπεδες επιφάνειες, βαριά περιγράμματα, λαμπερά χρώματα και αίσθηση έντασης, ο φωβισμός προσπαθεί να επιτύχει την απόλυτη σχεδιαστική και χρωματική ελευθερία, διατηρώντας όμως τους κανόνες αισθητικής του γαλλικού πνεύματος (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.70-71).
            Ο γερμανικός εξπρεσσιονισμός προσπαθεί να εκφράσει τα αισθήματά μας για αυτά που απεικονίζουμε με περισσότερη ένταση και υπερβολή, συχνά δε με παραμορφωτική διάθεση, σίγουρα πάντως όχι με εξιδανικευτική ή εξωραϊστική χροιά. Οι Μουνχ, Νόλντε, Κοκόσκα, Μαρκ, Καντίνσκυ, δεν αποδέχονται τις συμβάσεις της μίμησης της φύσης και πειραματίζονται επιλέγοντας χρώματα και γραμμές που εκφράζουν συναίσθημα πολλές φορές έως του σημείου να ‘καταργείται’ το θέμα. Δίνουν έτσι στην τέχνη μια υπόσταση και αξία σχεδόν πνευματική και θρησκευτική. Ειδικά ο τελευταίος στην προσπάθειά του να δημιουργήσει μια ‘μουσική’ χρωμάτων προσέγγισε αυτό που ονομάζουμε ‘αφηρημένη τέχνη’ (Gombrich, 1998, σ.563-570 και Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.75).
            Ο κυβισμός αποτέλεσε ένα ρεύμα που υποστήριζε ότι η καλλιτεχνική πραγματικότητα μπορεί να διαφέρει ριζικά από την οπτική πραγματικότητα. Αναλύοντας τα οπτικά θέματα σε πρωταρχικά γεωμετρικά σχήματα (κύβοι, τρίγωνα, κύκλοι κλπ), περιορίζοντας τις αποχρώσεις σε ουδέτερους τόνους και αρνούμενοι την προοπτική, οι καλλιτέχνες του κυβισμού, αποσυνθέτουν το αντικείμενο στα συστατικά του και το ανασυνθέτουν σε ένα νέο χώρο. Ο Πικάσο και ο Μπρακ αποτέλεσαν κύριους εκφραστές του κυβισμού που εκφράστηκαν όχι μόνο με τη ζωγραφική αλλά και με τη γλυπτική και τη χαρακτική. Από το 1908 έως το 1914 δούλευαν σχεδόν μαζί πάνω στις ίδιες αναζητήσεις (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.79-83).
            Από το 1910 ως το 1912 οριοθετείται η περίοδος του αναλυτικού κυβισμού όπου τα έργα των δημιουργών οδηγούνται στη διαμόρφωση μιας ζωγραφικής επιφάνειας με ελάχιστη σχέση με την οπτική πραγματικότητα. Για να αποφευχθεί η μετατροπή του κυβισμού σε διακοσμητικό πλαίσιο οι δύο καλλιτέχνες επινοούν το κολάζ ως μια επαναστατική τεχνική όπου χρησιμοποιούν εντός του πίνακα ετερόκλητα στοιχεία και αντικείμενα όπως γράμματα, σχοινί, άμμο, πριονίδι, κομμάτια εφημερίδας για να αποδώσουν μια νέα αίσθηση του χώρου. Αυτή η νέα εποχή συνθετικού κυβισμού διαμορφώνει μια νέα έννοια, αυτή του πίνακα-αντικείμενο όπου ο πίνακας ανεξαρτητοποιείται από την εξωτερική πραγματικότητα αλλά και την αναπαράγει ταυτόχρονα (ο.π., σ.83-84).
            Ο Μπρακ ειδικότερα επινόησε τα papiers colles, μια τεχνική όπου κολλά κομμάτια διαφορετικού χαρτιού πάνω στον μουσαμά του πίνακα. Τα κομμάτια αυτά όντας επίπεδα και χωρίς χρωματικές διαβαθμίσεις δημιουργούν μια νέα αντίληψη του χώρου. Ένα τέτοιο έργο του είναι και το Still Life with Tenora φτιαγμένο το 1913 από τυπωμένα χαρτιά, κιμωλία, κάρβουνο και μολύβι.
            Το έργο αποτελεί υποδειγματικό έργο papiers colle. Η τολμηρή γεωμετρική σύνθεση κομματιών αντίθετων τύπων χαρτιού συνταιριάζονται με τα απεικονιστικά μοτίβα του κάρβουνου. Το αποτέλεσμα παραπέμπει στην παρουσία δύο διαφορετικών μελωδιών που αλληλοσυμπληρώνονται σε μια πλούσια και αρμονική ηχητική σύνθεση, ενεργώντας το ένα ως επίστρωμα της πραγματικότητας του άλλου.
            Με την τεχνική αυτή ο Μπρακ διακηρύττει την αυτονομία του σχεδίου του απεκδύοντας το με απόλυτο τρόπο από κάθε περίπτωση αναπαράστασης της πραγματικότητας. Τα χαρτιά που έχουν επικολληθεί δεν ακολουθούν το περίγραμμα των σχεδιασμένων με κάρβουνο και κιμωλία μορφών. Με αυτό τον τρόπο αντιπαρατίθεται στις συμβατικές μεθόδους της προοπτικής και επισύρει την προσοχή μας στην απόλυτα επίπεδη δυσδιάστατη απεικόνιση.
            Η επινόηση των Μπρακ και Πικάσο επέφερε επανάσταση στην δυτική ζωγραφική με συνέπειες που παραμένουν ζωντανές ως τις μέρες μας, καθώς εισήγαγαν τη χρήση εφημερίδων, ταπετσαριών και άλλων ετερόκλητων υλικών εντός του έργου σε μια έως τότε κατά βάση αποστασιοποιημένη απεικονιστική διαδικασία.



ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ
            Η αρχιτεκτονική του 20ου αι. είναι απαλλαγμένη από την προσκόλληση στο ύφος και τις απαιτήσεις των ‘καλών τεχνών’ και την ανάγκη πλούσιων διακοσμητικών στοιχείων που καθιέρωσε προγενέστερα το Αρτ Νουβώ. Τα κριτήρια πλέον γίνονται πρωτίστως λειτουργικά και χρηστικά σε συνδυασμό με τις διευκολύνσεις που προσφέρει η τεχνολογία. Λαμβάνουν δε υπόψη τους όχι μόνο την εξωτερική αισθητική αλλά κυρίως τη μελέτη των εσωτερικών χώρων και μάλιστα με τρόπο που παραμερίζει τις έως τότε συμβάσεις για συμμετρία. Τα περιγράμματα και οι φόρμες των μοντέρνων ρυθμών είναι απέριττα και καθαρά χωρίς κακόγουστες φιοριτούρες (Gombrich, 1998, σ.558 & 560).
            Η κοινωνική διάσταση του οικοδομείν σε συνδυασμό με την πληθώρα νέων υλικών, μηχανικών εφαρμογών και κατασκευαστικών μεθόδων καθώς και η νέα αισθητική πνοή του κυβισμού και του φουτουρισμού, καθορίζουν εξαρχής το κοινωνικό και αισθητικό περιβάλλον της αρχιτεκτονικής στις αρχές του 20ου αι. (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.247). Η χρήση μοντέρνων υλικών και πειραματικών σχεδίων ξεκίνησαν εν πολλοίς από τη γερμανική σχολή Bauhaus και τον ιδρυτή της Γκρόπιους. Τα μέλη της σχολής προσπάθησαν να συνδυάσουν την τέχνη και τη μηχανική πειραματιζόμενοι με νέα υλικά και σύνθημα την αρχή της ‘λειτουργικότητας’ όπου η ομορφιά έπεται εφόσον κάτι σχεδιάζεται για να εξυπηρετεί το σκοπό του (ο.π., σ.560-561).
            Ο σχεδιασμός μιας ιδανικής αστικής συγκέντρωσης που να εξασφαλίζει ποιότητα ζωής με ανεμπόδιστη πρόσβαση στον αέρα και τον ήλιο, με ελεύθερους χώρους για δραστηριότητες και μετακινήσεις και με διακριτές ζώνες και τομείς για το εμπόριο, την εργασία και την κατοικία, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης και θεωρητικοποίησης για τους μοντέρνους αρχιτέκτονες όπως ο Λε Κορμπιζιέ. Οι συχνά ουτοπικές αναζητήσεις του (ιδιαίτερα εμφανείς στην Χάρτα των Αθηνών), προτάσσουν το συλλογικό πολεοδομικό συμφέρον, την εργονομία και τις ζωτικές ανθρώπινες λειτουργίες και οδήγησαν στη σχηματοποίηση μιας νέας αρχιτεκτονικής φιλοσοφίας που θέτει την λειτουργική διάταξη των χώρων και την κατοπτική θεώρηση των σχεδίων σε πρώτο πλάνο (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.251-254).
            Ο Λε Κορμπιζιέ ως οπαδός του Ορφισμού δηλαδή της φιλοσοφικής άποψης ότι με τη χρήση της γεωμετρίας και των αναλογιών μπορεί να επιτευχθεί αρμονία στη φύση, είχε ως πρωταρχικό στόχο να διδάξει μέσα από τα έργα του τον κόσμο πώς να διαβιεί εκτιμώντας τα βασικά στοιχεία της ζωής όπως ο ήλιος, η θάλασσα και το φυσικό τοπίο. Με τις κατασκευές του δίνει μια νέα έννοια στον όρο ‘οικονομία’ χρησιμοποιώντας λογικές και καθαρές δομές, απλά υλικά και τυποποιημένες φόρμες (Samuel, 2007, σ.3 & 15).
            Για τον Λε Κορμπιζιέ το ιδανικό της σύγχρονης ζωής είναι η διαρκής δυναμική κίνηση προς το μέλλον χωρίς προσκόμματα και λείψανα του παρελθόντος. Ο κατάλληλα διαμορφωμένος εσωτερικά οίκος που παρέχει ασφάλεια και διαφορετικούς χώρους για κάθε δραστηριότητα, αποτελεί το όχημα για αυτή την πορεία του ανθρώπου προς τα εμπρός. Η Villa Savoye at Poissy αποτελεί την πλήρη έκφραση του ιδανικού του Λε Κορμπιζιέ. Με ιδεατή τοποθέτηση στον κατάφυτο φυσικό χώρο και γεωμετρική καθαρότητα, η ανύψωση στις κολόνες (pilottis) προσφέρει μια κυβικού τύπου αρμονία καθ’ όλα γνώριμη στις σύγχρονες κατασκευές που συναντάμε στη χώρα μας. Η διαμπερής κατασκευή που αφήνει τον φυσικό αέρα να διαχέεται, μοιάζει να αιωρείται πάνω στα λεπτά της πόδια σαν ένα βιομηχανικό μηχάνημα που ισορροπεί ανεξήγητα χωρίς βάρος (Harbison, 2009, σ.230).
            Η άνεση χώρου που προσφέρει η τοποθεσία της κατασκευής βοηθά στο να καταστούν πιο έντονα και άρα πιο διακριτά τα βασικά χαρακτηριστικά της νεωτεριστικής αρχιτεκτονικής που πρεσβεύει ο Λε Κορμπιζιέ. Ως προς την εξωτερική όψη το κτίριο  ουσιαστικά καταφέρνει να συγκεράσει αρμονικά δύο εκ πρώτης διακριτά αντισυμβαλλόμενες προοπτικές. Το κυρίαρχο στοιχείο από τη μια που είναι η υπερύψωση του τετράγωνου κυβικού ορόφου ‘καθισμένου’ ως να ίπταται σε λεπτά πόδια (που παραπέμπουν σε κίονες αρχαίου ναού) και από την άλλη την ενιαία τομή των παραθύρων στον τοίχο, που σαν κορδέλα τυλίγει το κτίριο από γωνία σε γωνία, με τρόπο όμως που να μην αλλοιώνει την γεωμετρική μορφή του ορόφου (Trachtenberg κλπ., 1986, σ.530).
            Μια προσεκτικότερη εξέταση στο εσωτερικό αποκαλύπτει το οπτικό παιχνίδισμα του Λε Κορμπιζιέ με τους όγκους της ταράτσας που φαινομενικά δείχνει συμπαγής και ενιαία αλλά τελικά είναι κενή και οι τοίχοι παίζουν μόνο το ρόλο του ανεμοθραύστη. Επηρεασμένος από τα ταξίδια του σε Ελλάδα και Μικρά Ασία προσπαθεί να εντάξει στο Δυτικοευρωπαϊκό πλαίσιο ιδέες που να παντρεύουν τη μοντέρνα αισθητική με το φυσικό κλίμα (Harbison, 2009, σ.230-231).
            Η απλότητα των όγκων στο εσωτερικό αποκαλύπτει την ιδεολογική καταβολή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής αισθητικής που ως μέτρο της χρησιμοποιεί το ανθρώπινο σώμα, άρα η οικουμενικότητά της καθίσταται καθολική. Τα δομικά στοιχεία πρέπει να ακολουθούν τις αρχές της οικονομίας ως οργανωμένο λειτουργικό σύνολο σε βιολογική και μηχανική προέκταση των σωματικών και ψυχικών αναγκών (Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.254).
            Η Art Nouveau του τέλους του 19ου αι. πειραματίστηκε μεν με τα βιομηχανικά υλικά διαμορφώνοντας το δικό της ύφος, αλλά με όρους κυρίως αισθητικούς και διακοσμητικούς και λιγότερο δομικά λειτουργικούς. Η εφαρμογή των προτύπων της με τις καμπύλες και επικλινείς επιφάνειες, τα φυτικά διάκοσμα στοιχεία, τον λεπτό μεταλλικό όγκο και το ‘πλαστικό’ πάντρεμα των υλικών, ήταν μια έκρηξη επιτηδευμένου γούστου και αποτέλεσε κυρίως τη μεταβατική έκφραση αναζήτησης του νεωτερισμού. Αντίθετα η ανάγκη για ταύτιση της οικοδόμησης με τις ανθρώπινες ανάγκες ως έκφραση κοινωνικής συνείδησης αποτέλεσε προϊόν των αναζητήσεων των μοντέρνων αρχιτεκτόνων του πρώιμου 20ου αι. (Gombrich, 1998, σ.536 και Εμμανουήλ κλπ., 2008, σ.247).

Η ‘ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΕΞΙ’ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥΣ         
            Η μαζική παραγωγή μουσικής και η ιδιωτική ακρόαση ηχογραφημένων έργων, οδήγησε σε τυποποίηση της μουσικής κουλτούρας των λαών και σταδιακή απομάκρυνση του κοινού από καινοτομικούς ήχους, προς πιο κλασσικές μελωδίες. Ως αντίδραση, δημιουργήθηκε η μουσική ‘πρωτοπορία’, δηλαδή η συντονισμένη νεωτεριστική προσέγγιση των μουσικών να καθιερώσουν μια νέα μουσική γλώσσα που να αμφισβητεί την κυριαρχία του τονικού συστήματος, παρόλο που γνώριζαν ότι απευθύνονταν σε ένα περιορισμένο αλλά εκλεκτικό κοινό. Οι πρωτοπόροι δημιουργοί της νεώτερης μουσικής Ντεμπισί, Σατί, Στραβίνσκι, Σέμπεργκ κλπ. ήταν αυτοί που πρώτοι αμφισβήτησαν την αυθεντία του τονικού συστήματος (Μάμαλης, 2008, σ.240-241 & 243).
            Η ρήξη με τον ρομαντισμό του 19ου αι. εκδηλώθηκε αρχικά με την απόρριψη της εκφραστικής μουσικής γραφής, την άντληση τίτλων έργων από την αρχαιότητα και την απόρριψη της ψυχολογικής απόδοσης των ηρώων της όπερας. Οι γάλλοι μουσικοκριτικοί απέδωσαν σε αυτή την καλλιτεχνική συμπεριφορά τον όρο νεοκλασσικισμός, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η τάση αυτή ενδιαφερόταν για επιστροφή στην κλασσική τονικότητα (Μάμαλης, 2008, σ.265 και Σαλτσμαν, 1983, σ.85).
            Η εναλλακτική λύση που προβάλλει είναι η απλότητα και το σκοτεινό ύφος του Σατί που διδάσκει πώς να είναι κανείς μουσικά απλός, σχηματοποιώντας μια νέα εθνική γαλλική μουσική. Ο Σατί φαντάζει αναπτύσσει ένα απέριττο ύφος, συχνά χωρίς κλειδί και μουσικό μέτρο, γι’ αυτό αποτελεί πρότυπο του νεοκλασικισμού του 1920, καθώς προσπάθησε να αναδείξει τη μουσική που αποκηρύσσει την αισθητική αρχή της έκφρασης (Μάμαλης, 2008, σ. 250 & 266-267). Γύρω από τον Σατί αλλά και τον συγγραφέα Κοκτό, σχηματίστηκε μια ομάδα συνθετών γνωστή ως η ‘ομάδα των έξι’ αποτελούμενη από τους Ορίκ, Χόνεγκερ, Μιγιό, Ντιρέ, Πουλένκ και Ταγιεφέρ. Οι έξι επεδίωξαν μια πιο αντικειμενική τέχνη και ήρθαν σε ρήξη με τον ρομαντισμό, καλλιεργώντας ένα στυλ αποτελούμενο από στοιχεία λαϊκά και jazz επιδιώκοντας την εθνική έμπνευση μιας μουσικής που στρέφεται προς τον εαυτό της (Μάμαλης, 2008, σ.268).
            Οι έξι θεωρούνται συνεχιστές του έργου του Σατί που επιχείρησαν να δώσουν υπόσταση σε μια καθαρή και απλή γαλλική μουσική μακριά από τους περίπλοκους ιμπρεσσιονιστικούς χρωματισμούς του Ντεμπισί, μελοποιώντας καθημερινά κείμενα. Ο ήχος αντιμετωπίστηκε όχι με συμβολικές διαστάσεις αλλά ως μια πραγματικότητα που καταρρίπτει τις καρικατούρες του ρομαντισμού. Στα πλαίσια αυτά η στροφή προς το λαϊκό τραγούδι και τη jazz έρχονται ως πηγή αυθεντικής συγκίνησης έναντι της ρομαντικής μουσικής φλυαρίας και επίδειξης (ο.π.).
            Από την ομάδα αξιόλογη μουσική παραγωγή έχουν να επιδείξουν κυρίως οι Πουλένκ, Χόνεγκερ και Μιγιώ. Ο Πουλένκ με διαφορετική προσωπικότητα από τον Μιγιώ δημιούργησε βήμα-βήμα ως αυτοδίδακτος μια μουσική παράδοση μέσα από λεπτοδουλεμένα, ευφυή και ευαίσθητα κομμάτια που αναδεικνύουν το λυρικό του χάρισμα. Τα τραγούδια του αποτελούν τα πιο πετυχημένα έργα που αντιπροσωπεύουν μια καθαρή συνέχιση της γαλλικής παράδοσης με νεωτερική χροιά (Σάλτσμαν, 1983, σ.91-92).
            Ο Μιγιώ είναι αυτός που αναμφισβήτητα πειραματίστηκε σε νέες κατευθύνσεις και ζητήματα της γαλλικής μουσικής γλώσσας με επίκεντρο την πολυτονικότητα. Η χρήση πολλών μελωδιών μαζί όπου όμως κάθε μία κρατά την αυτοτέλειά της εντός ενός ενιαίου συνόλου, εκφράζει την αυθεντική απλότητα και ειλικρίνεια της προσωπικότητάς του. Το αρμονικό του λεξιλόγιο είναι πλούσιο και η μελωδική του αίσθηση ανεπτυγμένη. Ο χειρισμός ταυτόχρονων τονικοτήτων ήταν η συνειδητή του προσπάθεια να προσφέρει μια πολυτονική φόρμα που να σχηματίζεται σε ξεχωριστά ηχητικά στρώματα. Οι συνθέσεις του βρίθουν από λαϊκά στοιχεία, jazz, cafe, ενώ συνέθεσε και οργανικά έργα για θέατρο συνεργαζόμενος με τον Κοκτώ, εμπλέκοντας στο έργο όλους τους συνδυασμούς τεχνικών όπως φωνητική αφήγηση, απαγγελία και ρυθμική χορωδία (Μάμαλης, 2008, σ.268-269 και Σάλτσμαν, 1983, σ.89-91).
            Ο Χόνεγκερ τέλος αποτέλεσε μέλος της ομάδας όχι για τη μουσική του συνάφεια αλλά κυρίως λόγω του πατροναρίσματος απ’ τον Σατί και τον Κοκτώ. Είχε τη φήμη του συνθέτη γραφικών θορυβωδών ποιημάτων. Το ενδιαφέρον του ήταν μεγάλο για την επέκταση της απλής τονικότητας, τη λιτή χορωδιακή αντίστιξη και τις κατανοητές φόρμες σε πιο περίπλοκα συμφωνικά περιβάλλοντα. Εν γένει προσάρμοσε την κλασσική παράδοση σε ένα τροποποιημένο σύγχρονο ιδίωμα με τρόπο συνεπή εκφραστικά, με πολύχρονη επίδραση που έθεσε την αφετηρία της συμφωνικής παράδοσης του 20ου αι. (Σάλτσμαν, 1983, σ.93).



ΕΠΙΛΟΓΟΣ
            Από την ανάλυση που σχηματοποιήθηκε παραπάνω, γίνεται σαφές ότι ο 20ος αι. συσσώρευσε ειδικά στις πρώτες δεκαετίες του ένα πλούτο εκφραστικής δυναμικής, που εξωτερικεύτηκε με τον πειραματισμό και την εφευρετικότητα ανήσυχων καλλιτεχνικών πνευμάτων, που αναζήτησαν την επέκταση των ορίων της τέχνης τους. Σε κάποιες περιπτώσεις όπως με το κολάζ, η επινοητικότητα επιβραβεύτηκε με την επίτευξη τομών που σημάδεψαν την ιστορία της τέχνης, ανοίγοντας νέους ορίζοντες και διεξόδους για τους δημιουργούς. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις όπως στη μουσική η φαινομενική επανάκαμψη τάσεων του παρελθόντος, δεν ήταν παρά μόνο κατ’ όνομα καθώς σε επίπεδο δομικής σύνθεσης η αποτίναξη της τονικής κυριαρχίας, χάραξε μονοπάτια που έφερε πιο κοντά την δωδεκάφθογγη πολυτονική σύνθεση. Πρέπει επίσης να καταστεί σαφές ότι η μετεξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών ζωής αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο για την προσαρμογή της τέχνης στις ανάγκες και τις επιθυμίες του κοινού, ειδικά στον τομέα της αρχιτεκτονικής όπου η χρηστικότητα αποτελεί κύριο κριτήριο εσωτερικής και εξωτερικής χωρικής διαμόρφωσης.
            Το κοινό χαρακτηριστικό που σημαδεύει και τις τρεις εκφράσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας που εξετάστηκαν (εικαστικά, αρχιτεκτονική, μουσική) είναι η αναζήτηση μιας πορείας περισσότερο απλής και καθαρής. Η αφαιρετική ‘κυβική’ αντιμετώπιση των εικαστικών απεικονίσεων, η λιτότητα και λειτουργικότητα όγκων και αρχιτεκτονικών φορμών και η προσέγγιση καθαρών, απλών λαϊκών ήχων και αρμονικών συνθέσεων, υποδηλώνουν το πέρασμα σε μια εποχή ουσίας και πρακτικότητας. Όχι απαραίτητα περισσότερο ‘εύκολης’ και εύπεπτης (άλλωστε ιστορικά η πρώτη 50ετία του αιώνα αποδείχτηκε εποχή πόνου και πολέμου) αλλά περισσότερο διαυγούς, τόσο σε επίπεδο αναζητήσεων του υποκειμένου (καλλιτέχνης), όσο και σε επίπεδο προσέγγισης και ερμηνείας του αντικειμένου (καλλιτέχνημα).



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, Μ., ΠΕΤΡΙΔΟΥ, Β. και ΤΟΥΡΝΙΚΙΩΤΗΣ, Π. (2008), Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο Αιώνα, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
  • GOMBRICH, E. H. (1998), Το Χρονικό της Τέχνης, Μετάφραση Λ. Κάσδαγλη, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ. HARBISON, R. (2009), Travels in the History of Architecture, London-UK, Reaktion Books Ltd.
  • ΜΑΜΑΛΗΣ, Ν. (2008), Η Μουσική στην Ευρώπη, Β’ Έκδοση, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
  • ΣΑΛΤΣΜΑΝ, Ε. (1983), Εισαγωγή στη Μουσική του 20ου Αιώνα, Μτφ. Γ. Ζερβός, Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη.
  • SAMUEL, F. (2007), Le Corbusier in Detail, Oxford-UK, Elsevier Ltd.
  • ΤRACHTENBERG, Μ. & HYMAN, I. (1986), Architecture: from Prehistory to Post-Modernism, New Jersey-USA, Prentice-Hall. p530
Για τις φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν οι σύνδεσμοι :



  
© Ιωάννης Ζήσης 2011