"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Φόρτωση...

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ (Αναδημοσίευση Άρθρου)




ΕΠΟ33 (Δημιουργία και Εξέλιξη Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) - 3/2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΡΤΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ
 «Βασιζόμενοι στη λειτουργία των βασικών οργάνων της ΕΕ, εξηγήστε πού εδράζεται το δημοκρατικό έλλειμμα»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

◦ ΕΙΣΑΓΩΓΗ                         
◦ Το δημοκρατικό έλλειμμα ως έννοια                                                                                             
◦ Ο ρόλος των ευρωπαϊκών οργάνων στη διαμόρφωση του δημοκρατικού ελλείμματος     
◦ Ο νομιμοποιητικός χαρακτήρας των ευρωπαϊκών οργάνων                    
◦ Η αντιμετώπιση του δημοκρατικού ελλείμματος μέσα από τις Συνθήκες της ΕΕ 
                ◦ Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων μέσα από τις Συνθήκες                   
                ◦ Οι κρίσεις νομιμοποίησης σε εθνικό επίπεδο                                             
◦ Μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος           
                ◦ Ο μύθος του δημοκρατικού ελλείμματος                                                     
                ◦ Έλλειμμα δημοκρατίας ή απλά έλλειμμα πληροφόρησης ?                     
◦ ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: Απάντηση στα περί μύθου με μέτρα για μια πιο δημοκρατική ΕΕ         
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                                                                                                                                

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
                Το θέμα που αναλύεται παρακάτω, πραγματεύεται την διαπίστωση ύπαρξης δημοκρατικού ελλείμματος στους κόλπους της ΕΕ με επίκεντρο τη θεσμική νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών οργάνων και των αποφάσεών τους. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να ερμηνεύσει αυτό το φαινόμενο, τον τρόπο με τον οποίο εκφέρεται, τις διαφορετικές παραμέτρους του και κυρίως τις συνέπειες που έχει τόσο για τους ευρωπαίους πολίτες όσο και για την ΕΕ ως πολιτική οντότητα. Για να γίνει αυτό θα διατυπωθεί καταρχάς η γενική έννοια του φαινομένου όπως καταγράφεται στη σχετική βιβλιογραφία και θα αναλυθεί σε λεπτομερέστερη βάση ο τρόπος που το φαινόμενο εμφανίζεται κατά τη λειτουργία των τριών βασικών οργάνων της ΕΕ (Επιτροπή, Συμβούλιο, Κοινοβούλιο) με γνώμονα πάντα τον αντίκτυπο που έχει για τους ευρωπαίους πολίτες.
                Ακολούθως θα γίνει προσέγγιση των προσπαθειών εξάλειψης του φαινομένου μέσα από τις κατά καιρούς Συνθήκες της ΕΕ    και θα εκφραστούν εκτιμήσεις για το βαθμό επιτυχίας της προσπάθειας εκδημοκρατισμού και νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών θεσμών, μέσα από συγκεκριμένες παρεμβάσεις και ενέργειες. Προκειμένου να παρουσιαστούν πλήρως όλες οι παράμετροι του προς εξέταση φαινομένου θα παρουσιαστούν οι διατυπωμένες ενστάσεις περί της ύπαρξης του εντοπίζοντας τη σχετική διαφοροποίηση στον τρόπο θεώρησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συνολικά.
                Εν κατακλείδι, και προκειμένου να οριοθετηθεί η θέση του συγγραφέα, θα διατυπωθεί συνοπτικά το βασικό συμπέρασμα που άσχετα από τις διαστάσεις που θέτει το θέμα της εργασίας στο φαινόμενο, κατευθύνει τον προβληματισμό στην διαπιστωμένη ούτως ή άλλως ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, νομιμοποίηση και εκδημοκρατισμό του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, με απώτερο στόχο την επίτευξη κοινής, ενιαίας ευρωπαϊκής ταυτότητας και συνείδησης των πολιτών.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΩΣ ΕΝΝΟΙΑ
                Η εφαρμογή της λαϊκής θέλησης που εδραιώνει τη λαϊκή κυριαρχία εντός του πλαισίου της δημοκρατίας, αποτελεί κυρίαρχο κριτήριο αξιολόγησης των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Υπό αυτή την έννοια η ανεπαρκής εκπροσώπηση και επιρροή των ευρωπαίων στα όργανα της ΕΕ και η έλλειψη δημοκρατικών πρακτικών στη χάραξη στρατηγικών και τη λήψη αποφάσεων, δημιουργεί μια δυσαρμονία ανάμεσα στις δημοκρατικές προδιαγραφές και στον τρόπο που λειτουργεί η ΕΕ σήμερα, εδραιώνοντας το επιχείρημα περί δημοκρατικού ελλείμματος. Το έλλειμμα αυτό προσλαμβάνει έτσι δύο διαστάσεις, την καθαρά θεσμική που αφορά την νομιμότητα και τη λογοδοσία των θεσμών προς τους πολίτες, αλλά και την κοινωνική που αναφέρεται στο ‘ποιον’ εκπροσωπεί η ΕΕ, δηλαδή στο κατά πόσο υπάρχει κοινό πεδίο αναφοράς, μια κοινή ταυτότητα για όλους τους ευρωπαίους και η δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν στην παραγωγή της κοινοτικής πολιτικής (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ170).
                Από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και  μετά ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης αμφισβητεί το δικαίωμα των ευρωπαϊκών οργάνων να λαμβάνουν και να εφαρμόζουν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών χωρίς την έγκρισή τους, αποξενώνοντας τους από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Μούσης, 2008, κεφ9.5). Αυτό πρακτικά επικυρώθηκε κατά καιρούς μέσα από αρνητικά δημοψηφίσματα σε διάφορα κράτη πχ. Γαλλία, Δανία, Ολλανδία (Μαντά κλπ, 2005, κεφ2) αλλά και μέσα από την αδιαφορία και τη σταθερά μεγάλη αποχή των πολιτών κατά τη διενέργεια των ευρωεκλογών (Majone, 2006, σ6). Διαμορφώθηκε έτσι έντονα και εντός των κόλπων της ΕΕ η διαπίστωση αυτού του ελλείμματος (Παπάζογλου, 2010, σ.4) και η πεποίθηση ότι μόνο μέσα από μια δημοκρατική ανασύνθεση της λειτουργίας της θα μπορούσε να ανακτηθεί η στήριξη και η εμπιστοσύνη των ευρωπαίων πολιτών. Γι’ αυτό το σκοπό απαιτούνται ρυθμίσεις που να ενισχύουν τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, τη δημοκρατικότητα των θεσμών και τον εκδημοκρατισμό των δομών λειτουργίας των ευρωπαϊκών οργάνων (Μαντά κ.α., 2005, κεφ2).
                Για τους περισσότερους αναλυτές το δημοκρατικό έλλειμμα αναφέρεται στον ανομοιογενή συνδυασμό διακυβερνητικών και υπερεθνικών τρόπων λειτουργίας της ΕΕ, την απουσία πολιτικής και κομματικής διελκυστίνδας για τα αμιγώς ευρωπαϊκά ζητήματα (εκπρόσωποι εθνικών κομμάτων και πολιτικών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), την πολλαπλότητα των επιπέδων εκπροσώπησης και εν τέλει την έλλειψη λογοδοσίας και την αοριστία απόδοσης ευθυνών (Παπάζογλου, 2010, σ4). Ειδικότερα ως προς τη λειτουργία των ευρωπαϊκών οργάνων, το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’, αναφέρεται στη διαπίστωση ότι τα θεμελιώδη όργανα της ΕΕ ήτοι το Συμβούλιο Υπουργών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πάσχουν ως προς τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, πρωτίστως λόγω ανεπαρκούς σύνδεσης με τη βούληση των ευρωπαίων πολιτών (Παπαδοπούλου, 2008, σ2).
 
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ
                Ο διακυβερνητικός χαρακτήρας των κύριων οργάνων της ΕΕ (Συμβούλιο & Επιτροπή) επιβάλλει την έμμεση αντιπροσώπευση των προτιμήσεων των πολιτών μέσα από τα εθνικά κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις. Προκειμένου να διατηρήσουν την πολιτική τους ανεξαρτησία, επιλέγονται τεχνοκρατικές προσεγγίσεις στη διαμόρφωση των πολιτικών και όχι ανοιχτές πολιτικοποιημένες διαδικασίες με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις και οι ελίτ να διαμορφώνουν τις τελικές στρατηγικές. Αυτό δημιουργεί έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης, αφού τα ζητήματα δεν περνούν από κοινωνικό διάλογο και ενημέρωση των πολιτών (Παπάζογλου, 2010, σ5).
                Επ’ αυτού ο Katz, υπενθυμίζει ότι η έννοια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτελεί μια σύλληψη των ελίτ που αρχικώς τουλάχιστον στηρίχθηκε στην ‘ανεκτική συναίνεση’ των κυβερνήσεων και είχε ιδιαιτέρως τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά. Η συναίνεση αυτή μάλιστα ήρθε αναπόφευκτα όπως και οι ιστορικές εξελίξεις που επέβαλαν την ολοκλήρωση και όχι ως αποτέλεσμα της επιθυμίας των λαών για εφαρμογή των σχετικών πολιτικών. Πολύ απλά η ολοκλήρωση θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς να ερωτηθεί ο λαός ή ακόμα και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί του. Το δε κατεξοχήν αντιπροσωπευτικό όργανο (Κοινοβούλιο) δεν είχε ποτέ την δύναμη να ισοσκελίσει την αυθαιρεσία της Επιτροπής και του Συμβουλίου (Katz, 2000, σ3-4 και Λάβδας, 2002, σ140 και Majone, 2006, σ7).

Ο νομιμοποιητικός χαρακτήρας των ευρωπαϊκών οργάνων
                Όπως τονίζει ο Katz η εξουσία στην ΕΕ επικεντρώνεται σε όργανα όπως το Συμβούλιο Υπουργών που δεν εκλέγονται από το λαό και άρα δεν είναι υπόλογα σε αυτόν. Πράγματι το Συμβούλιο Υπουργών συνεδριάζει με κλειστές πόρτες και οι διαδικασίες με τις οποίες φτάνει σε συγκεκριμένες αποφάσεις μένουν μακριά από την γνώση των πολιτών επιτείνοντας το δημοκρατικό έλλειμμα (Katz, 2000, σ6&8 και Λεοντίδου κ.α., 2008, σ171).
                Η Επιτροπή αποτελεί εκτελεστικό όργανο που τα μέλη της δεν εκλέγονται από τους πολίτες αλλά διορίζονται από τις κυβερνήσεις. Στόχος της δεν είναι να εκφράσει αντιπροσωπευτικά τους λαούς αλλά να πετύχει απτά μετρήσιμα αποτελέσματα για την ΕΕ. Παίρνοντας πρωτοβουλίες και αποφάσεις που άπτονται ουσιαστικά των τεχνοκρατικών ελίτ, λειτουργεί μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες και διεργασίες που ο απλός πολίτης σπάνια αντιλαμβάνεται. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η ΕΚΤ που χαράσσει την νομισματική πολιτική μέσα από μυστικές συναντήσεις και αδιαφανείς διαβουλεύσεις χωρίς την εμπλοκή του Κοινοβουλίου. Αποφάσεις λοιπόν που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών και σχετικές πολιτικές παράγονται μέσα από αντιδημοκρατικές πρακτικές μιας οντότητας που θεωρεί εαυτόν αυτονόητα δημοκρατικό (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ171-172 και Majone, 2006, σ8).
                Το σημερινό Κοινοβούλιο λόγω της άμεσης εκλογής των μελών του από τους πολίτες και έχοντας δεχθεί σταδιακές αναβαθμίσεις του ρόλου του ως πόλος νομοθετικής εξουσίας με δικαίωμα συναπόφασης, φαντάζει ως το κατεξοχήν δημοκρατικό όργανο της ΕΕ. Όμως η αύξηση αρμοδιοτήτων και νομιμοποίησής του δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι εκφράζει τη συλλογική βούληση των λαών με επάρκεια και αντιπροσωπευτικότητα, σε βαθμό που να αναιρούνται οι ισχυρισμοί περί δημοκρατικού ελλείμματος (Παπαδοπούλου, 2008, σ2-3). Ο Katz μάλιστα στοχοποιεί το δημοκρατικό έλλειμμα στην αδυναμία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να καταστήσει τα υπόλοιπα όργανα ικανά να λογοδοτήσουν για τις αποφάσεις τους, όπως συμβαίνει με τις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια στα κράτη-μέλη (Katz, 2000, σ4). Η ενίσχυση των μηχανισμών λογοδοσίας γίνεται δυσκολότερη όταν η γνώση των πολιτών για το ρόλο του Κοινοβουλίου είναι ελάχιστη και απουσιάζει η λαϊκή εντολή για ανάληψη δράσης από αυτό (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ173).
                Η απουσία πραγματικών ευρωπαϊκών κομμάτων με συγκεκριμένες πολιτικές και στρατηγικές στους κόλπους του Κοινοβουλίου επιτείνει το πρόβλημα. Οι πολίτες-ψηφοφόροι αντιμετωπίζουν τις ευρωεκλογές ως δευτερευούσης σημασίας ως προς τις εθνικές. Πως άλλωστε να μην το κάνουν όταν τα κόμματα που διαγκωνίζονται είναι τα εθνικά κόμματα και όχι οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί πολιτικοί σχηματισμοί, οι προεκλογικές καμπάνιες αφορούν εθνικά θέματα και όχι τις προτάσεις για το μέλλον της ΕΕ, οι υποψήφιοι με λίστα ή σειρά προτεραιότητας είναι πρόσωπα μικρού πολιτικού βεληνεκούς χωρίς δυνατότητα επιλογής από μια πανευρωπαϊκή γκάμα υποψηφίων και ο χαρακτήρας που τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δίνουν στις εκλογές αυτές είναι έκφραση διαμαρτυρίας για την άσκηση της εθνικής εξουσίας (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ172 και Follesdal & Hix, 2006, σ535-536&552).
                Το χάσμα λοιπόν μεταξύ των πολιτών και του Κοινοβουλίου μεγαλώνει αφού οι ευρωβουλευτές δεν έχουν ενσωματωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως εκπρόσωποι του. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει καταφέρει να αναλάβει το ρόλο που έχουν τα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλια ως εργαλεία αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που συνδέουν το λαό με τα εκτελεστικά όργανα και προωθούν τα αιτήματά του. Παραμένει έτσι ένα απόμακρο και αναξιοποίητο όργανο που πασχίζει να ισχυροποιήσει την παρουσία του (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ173 και Majone, 2006, σ7).

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΕΕ
                Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προσπάθησε να αμβλύνει το δημοκρατικό έλλειμμα μέσα από την παραχώρηση εξουσιών στο Κοινοβούλιο. Επέκτεινε το θεσμό της ‘συνεργασίας’ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ενώ με το θεσμό της ‘συναπόφασης’ για την από κοινού λήψη αποφάσεων, προσέλαβε μια ισότιμη θέση (όχι όμως σε θέματα ΚΕΠΠΑ). Επίσης δόθηκε στο Κοινοβούλιο η εξουσία να εγκρίνει τη σύνθεση της Επιτροπής (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ175 και Majone, 2006, σ6).
                Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ δόθηκε στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα απόρριψης του Προέδρου της Επιτροπής και επεκτάθηκε ο θεσμός της συναπόφασης. Κατοχύρωσε παράλληλα το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών σε πολλές κατηγορίες εγγράφων της ΕΕ. Συνολικά πάντως η πολυπλοκότητα στη νομοθετική διαδικασία και στη λήψη αποφάσεων όπως καταγράφηκε σε αυτή τη Συνθήκη λειτούργησαν μάλλον αποτρεπτικά για την ενσωμάτωση των πολιτών και τη μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος (Λεοντίδου κ.α., 2008, σ175).
                Η Συνθήκη της Νίκαιας ομοίως θεωρήθηκε ότι δεν συνέβαλε στον εκδημοκρατισμό καθώς τα εθνικά συμφέροντα απέτρεψαν την προώθηση ενοποιητικών πρωτοβουλιών. Επικράτησε μια λογική πολιτικής διαχείρισης της ολοκλήρωσης με τρόπο που να μην ενισχύει το όραμα μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής πολιτείας. Οι λειτουργικοί συμβιβασμοί και η επίτευξη αποτελεσματικότητας των πολιτικών για την άσκηση των κοινοτικών αρμοδιοτήτων επικράτησαν σαν λογική περισσότερο από την ενοποιητική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής οντότητας (ο.π., σ176).
                Η Συνταγματική Συνθήκη και η μορφή που προσέλαβε στη Λισσαβόνα, έθεσε το θέμα της διαφάνειας με τρόπο σαφή (δημόσιες συνεδριάσεις του Συμβουλίου), διευκολύνοντας τη συμμετοχή των πολιτών με την αβίαστη πρόσβασή τους στα κοινοτικά έγγραφα. Διατάξεις για τις διαβουλεύσεις με την κοινωνία των πολιτών (συμμετοχική δημοκρατία) και το άνοιγμα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων μέσω του δικαιώματος συλλογής 1 εκ. υπογραφών για νομοθετική πρόταση καθώς και η δυνατότητα των εθνικών κοινοβουλίων να αξιολογούν τις προτάσεις της Επιτροπής (κίτρινη κάρτα), θεωρούνται ενισχυτικές της δημοκρατικότητας των θεσμών (ο.π., σ131-133&176). Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποτελεί επίσης βήμα για μια πιο κοινωνική Ευρώπη των λαών ενώ η αυξημένη χρήση της διαδικασίας συναπόφασης κατά την άσκηση της πολιτικής διασφαλίζει την ισότιμη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το Συμβούλιο και ενισχύει τις νομοθετικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες του  (ο.π., σ137).

Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων μέσα από τις Συνθήκες
                Τα εθνικά κοινοβούλια είναι εξ’ ορισμού δημοκρατικά νομιμοποιημένα εντός των κρατών-μελών της ΕΕ. Στα πλαίσια της ενίσχυσης της διαφάνειας και της προσέγγισης των πολιτών, αναγνωρίστηκε από το 1992 και μετά η ανάγκη ενίσχυσης και αναβάθμισης του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων (Παπαδοπούλου, 2008, σ3-4). Από το Μάαστριχτ και το Άμστερνταμ όπου τονιζόταν η ανάγκη συμμετοχής των εθνικών κοινοβουλίων στις δράσεις της ΕΕ, φτάσαμε στη Νίκαια και το Λάακεν όπου τονιζόταν η συμβολή τους στην ευρωπαϊκή νομιμότητα και κατόπιν στη Λισσαβώνα όπου τους ανατίθεται ρητά η αποστολή δημοκρατικού ελέγχου του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ (ο.π., σ4-6). Στη Συνταγματική Συνθήκη τα εθνικά κοινοβούλια αναγνωρίζονται ως  έμμεσοι παράγοντες δημοκρατικής νομιμοποίησης που ανάγονται σε θεσμικά μέσα ελέγχου των νομοθετικών δράσεων της ΕΕ. Έτσι τα κοινοβούλια ενημερώνονται πλέον για τις κατατιθέμενες προτάσεις αλλά και για την μελλοντική στρατηγική της ΕΕ, έχοντας δικαίωμα να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση των εξελίξεων (ο.π., σ7-8). Εξάλλου η Συνθήκη της Λισσαβόνας με άξονα τα εθνικά κοινοβούλια ορίζει ένα μηχανισμό προληπτικού ελέγχου, δηλαδή ένα στάδιο εθνικής αξιολόγησης της νομοθετικής διαδικασίας με νομικές δεσμεύσεις και συνέπειες (ο.π., σ12).

Οι κρίσεις νομιμοποίησης σε εθνικό επίπεδο
                Ένα άλλο ζήτημα θεσμικής νομιμοποίησης με πολιτικές προεκτάσεις για τις διαδικασίες εξευρωπαϊσμού, για το οποίο δυστυχώς οι Συνθήκες δεν προσφέρουν προληπτικές λύσεις, τίθεται όταν το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων και ΕΕ. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν το αξιακό περιεχόμενο της Συνθήκης δυσκολεύει τις κυβερνήσεις να συμβιβάσουν την δημοκρατική εντολή που έλαβαν στη βάση προεκλογικών δεσμεύσεων, με τις δεσμεύσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών. Παρατηρούνται περιπτώσεις όπου η εθνική κυβέρνηση επικαλείται το κοινοτικό κεκτημένο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της και άλλες όπου αδιαφορεί και κωλυσιεργεί στην εφαρμογή του κατά το δοκούν (Παπάζογλου, 2010, σ5-6&10 και Λεοντίδου κ.α., 2008, σ173). Χαρακτηριστικά ελληνικά παραδείγματα αποτελούν η οδηγία για τα επαγγελματικά προσόντα (ιδιωτικά πανεπιστήμια), ο βασικός μέτοχος και η αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες (Παπάζογλου, 2010, σ7-8). Τέτοιες κρίσεις νομιμοποίησης που κωλυσιεργούν την εφαρμογή των ευρωπαϊκών πολιτικών εμποδίζουν τον εξευρωπαϊσμό οδηγώντας κι αυτές σε δημοκρατικό έλλειμμα (ο.π., σ9-10).

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ

Ο ‘μύθος’ του δημοκρατικού ελλείμματος
                Σχετικά με το δημοκρατικό έλλειμμα υπάρχει και η άποψη ότι αποτελεί μύθο που εκπορεύεται από ευρωσκεπτικιστικούς κύκλους. Από τη στιγμή που πλέον οι νομοθετικές εξουσίες του Ευρωκοινοβουλίου (που αντιπροσωπεύει τους πολίτες άμεσα) είναι διευρυμένες και μετά τη Λισσαβόνα οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού με το Συμβούλιο (που αντιπροσωπεύει τις εκλεγμένες κυβερνήσεις), αυτό το έλλειμμα δεν δικαιολογείται όπως παλιότερα. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και η συμμετοχική δημοκρατία αποτελούν θεμέλια της ΕΕ. Οι πολίτες εκπροσωπούνται άμεσα με την εκλογή των Ευρωβουλευτών αλλά και έμμεσα μέσω της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών και των ενώσεών τους που μπορούν με τη συλλογή ενός εκατομμυρίου υπογραφών να υποβάλλουν προτάσεις και να καλούν την Επιτροπή σε αξιολόγησή τους. Επιπλέον η προσάρτηση του πρωτοκόλλου για τις αρχές ‘επικουρικότητας’ και ‘αναλογικότητας’ αφήνει σαφή περιθώρια επανεξέτασης των νομοσχεδίων (Μούσης, 2008, κεφ9.5 και Λεοντίδου κ.α., 2008, σ177-178 και Follesdal & Hix, 2006, σ539).
                Βάσει των παραπάνω διατυπώνεται το επιχείρημα ότι ο άκρατος εκδημοκρατισμός της ΕΕ αποτελεί μια παγίδα που θα θέσει σε κίνδυνο την ευέλικτη λειτουργία και αποτελεσματικότητά της (Follesdal & Hix, 2006, σ541). Κεντρικό παράδειγμα αυτού του επιχειρήματος αποτελεί η διενέργεια δημοψηφισμάτων για την επικύρωση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Ο ισχυρισμός λέει ότι το σύνηθες είναι οι κυβερνήσεις να διαπραγματεύονται και να επικυρώνουν τις Συνθήκες. Παρόλα αυτά στις περιπτώσεις δημοψηφισμάτων, η πολυπλοκότητα των Συνθηκών δεν γίνεται κατανοητή από τον μέσο πολίτη όσο κι αν ενημερωθεί άρα είναι παράλογο να τους ζητείται να εγκρίνουν κάτι που δεν αντιλαμβάνονται. Επίσης το ερώτημα που τίθεται (ναι ή όχι) είναι δημαγωγικό γιατί αφήνει περιθώριο αυτονόητης γενικότερης αποδοκιμασίας των αδυναμιών της ΕΕ. Για τις αδυναμίες όμως αυτές υπό άλλες συνθήκες (ερώτημα περί αποχώρησης από την ΕΕ) δεν θα διατυπώνονταν ανάλογα ακραίες απόψεις. Ουσιαστικά δηλαδή οι πολίτες είναι θύματα ακραίας προπαγάνδας που τους κατευθύνει σε εύκολες γενικές αποδοκιμασίες. Επιπρόσθετα είναι ομοίως αντιδημοκρατικό να εκφράζονται με δημοψήφισμα κάποιοι λαοί και κάποιοι άλλοι να αρκούνται στην ‘κανονική’ και προβλεπόμενη διαδικασία επικύρωσης των Συνθηκών από τα εθνικά κοινοβούλια (Μούσης, 2008, κεφ9.5).

Έλλειμμα δημοκρατίας ή απλά έλλειμμα πληροφόρησης ?
                Το δημοκρατικό έλλειμμα από όσα αναλύθηκαν έως τώρα εκδηλώνεται ως έλλειμμα πληροφόρησης των πολιτών της ΕΕ για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις και την ολοκλήρωση εν γένει. Μήπως όμως τελικά είναι μόνο αυτό και τίποτα περισσότερο ? Δυστυχώς η ενημέρωσή των πολιτών εξαντλείται στις προσωπικές τους διαπιστώσεις μέσα από την καθημερινότητα για τις αλλαγές που βιώνουν στη ζωή τους (κοινό νόμισμα, ταξίδια χωρίς διαβατήριο, αίσθημα ασφάλειας και ειρήνης κλπ.). Όσο αυτές οι αλλαγές γίνονται πιο έντονες και παύουν να είναι μόνο θετικές, τόσο οι πολίτες δυσανασχετούν που οι ηγέτες και τα όργανα της ΕΕ δεν τους ενημερώνουν για τους μελλοντικούς στόχους και τις πολιτικές και εκφράζουν δυσφορία στις Ευρωεκλογές, τις δημοσκοπήσεις και τα δημοψηφίσματα. Αν οι πολίτες παραπληροφορηθούν και πιστέψουν ότι τα πλεονεκτήματα υστερούν έναντι των μειονεκτημάτων της ολοκλήρωσης, τότε η αποδοκιμασία τους θα ναρκοθετήσει την ευρωπαϊκή ενοποίηση ουσιαστικά δημιουργώντας εκ του μη όντος ένα δημοκρατικό έλλειμμα (Μούσης, 2008, κεφ1.5.1 και Majone, 2006, σ10).
                Διαπιστώνεται όμως πρακτικά ότι ενώ υπάρχει μια ογκώδης ροή πληροφορίας εκ μέρους της ΕΕ και ειδικότερα της Επιτροπής, στις δημοσκοπήσεις του Ευρωβαρόμετρου η απαίτηση των πολιτών αφορά περισσότερη πληροφόρηση για τους θεσμούς και τις πολιτικές. Μήπως τελικά το ζητούμενο είναι να έρθει η υπάρχουσα πληροφόρηση κατάλληλα μορφοποιημένη, σε επαφή με τον μέσο καθημερινό πολίτη και όχι μόνο με τον εξειδικευμένο τεχνοκράτη (ερευνητή, ειδικό κλπ) που μπορεί να την αναζητά από μόνος του και να την κατανοεί ? Η αδυναμία πρόσβασης και κατανόησης σε συνδυασμό με την αρνητικά διακείμενη προς την ΕΕ παραπληροφόρηση, διογκώνει τη δυσαρέσκεια του μέσου πολίτη που επεκτείνεται στην απόδοση ευθυνών για αμιγώς εθνικά προβλήματα. Δημιουργείται έτσι μια εικονική αναντιστοιχία προσδοκιών και αποτελεσμάτων που οδηγεί τους πολίτες στην αδιαφορία, την εναντίωση και τη διαμαρτυρία περί έλλειψης δημοκρατικότητας (Μούσης 2008, κεφ10.1.2 και Follesdal & Hix, 2006, σ540).
 
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΠΕΡΙ ΜΥΘΟΥ ΜΕ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ Ε.Ε.
                Όπως κατέστη εμφανές η ύπαρξη ή μη του δημοκρατικού ελλείμματος εν πολλοίς εδράζει στον τρόπο που θεωρεί κανείς την ευρωπαϊκή πολιτική συνολικά. Ο δημοκρατικός έλεγχος και η διαφανής συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, μπορεί να προσδώσει κοινωνική νομιμοποίηση μόνο εφόσον αποτελέσει αμφίδρομη διαδικασία που θα συνταιριάζει το πλέγμα των ευρωπαϊκών στόχων με τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες. Για να γίνει αυτό απαιτείται η ενεργοποίηση των πολιτών στην κατανόηση των στόχων των διαρθρωτικών αλλαγών και στην διατύπωση εμπεριστατωμένης άποψης επί αυτών. Η άποψη αυτή όμως θα πρέπει να προσλαμβάνεται αυτούσια από την ΕΕ είτε απευθείας είτε μέσω της εθνικής κυβέρνησης χωρίς να διαμεσολαβείται και να αλλοιώνεται από ενδιάμεσους φορείς, ελίτ και ομάδες τεχνοκρατικού χαρακτήρα (Παπάζογλου, 2010, σ10-11).
                Όσον αφορά την εμπλοκή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία νομοθεσίας και στην αξιολόγηση και αναθεώρηση των Συνθηκών, οι ίδιες οι Συνθήκες τα καθιστούν παράγοντες ενίσχυσης του δημοκρατικού στοιχείου στο βαθμό που θα δρουν σαν όργανα τρόπον τινά της ΕΕ πέρα από τον εθνικό τους ρόλο. Αν παραμείνουν δηλαδή εγκλωβισμένα σε μια εθνικού συμφέροντος επιλεκτική κριτική τότε μάλλον η συμβολή τους θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα για τη δημοκρατική νομιμοποίηση και πρακτικά θα ελλοχεύει ο κίνδυνος μόνιμης εμπλοκής της διαδικασίας νομοπαρασκευής (Παπαδοπούλου, 2008, σ18).
                Οι αντικρουόμενες απόψεις περί της ύπαρξης ή μη του δημοκρατικού ελλείμματος συμφωνούν στα εξής κοινά στοιχεία: α/ είναι κοινή η πεποίθηση ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης του επιπέδου νομιμοποίησης των θεσμών και των οργάνων της ΕΕ με τρόπο που να διευκολύνεται η συμμετοχή των πολιτών στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι β/ το Ευρωκοινοβούλιο μπορεί μέσα από συγκεκριμένες παρεμβάσεις να καταστεί συνειδητοποιημένα για όλους τους ευρωπαίους το βασικό μέσο έκφρασης των αιτημάτων τους. Να αποτελέσει δηλαδή τον βραχίονα που θα καθιστά την αντιπροσωπευτική και τη συμμετοχική δημοκρατία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το ίδιο σημαντική με την εκπροσώπηση των πολιτών στο εθνικό πολιτικό σύστημα.
                Με την παρούσα κατάσταση, αν θεωρήσουμε σχηματικά την Επιτροπή ως το όργανο έκφρασης της ευρωπαϊκής ιδέας και προοπτικής, το Συμβούλιο ως την έκφραση των εθνικών κρατών και κυβερνήσεων και το Κοινοβούλιο ως το όργανο έκφρασης των ευρωπαϊκών λαών, τότε η έννοια του δημοκρατικού ελλείμματος πρέπει πρωτίστως να επικεντρωθεί στο τελευταίο. Οι συμμαχίες που λαμβάνουν χώρα στο Κοινοβούλιο όχι σε επίπεδο ιδεολογικό ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική, αλλά σε επίπεδο εθνικό προκειμένου να προωθηθούν τα συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών ή ομάδων κρατών στη σύνταξη σχεδίων και κανονισμών, απομακρύνει το όργανο αυτό από τον θεσμικό του ρόλο. Ο σημερινός Πρόεδρος της Επιτροπής για παράδειγμα, ψηφίστηκε αν και προερχόμενος από τη συντηρητική παράταξη και από Βρετανούς σοσιαλιστές ακριβώς επειδή ως ευρωσκεπτικιστές (εθνική ιδιαιτερότητα) δεν ήθελαν κάποιον περισσότερο Ευρωπαϊστή για Πρόεδρο.
                Οι ευρωπαίοι πολίτες αδιαφορούν και απέχουν από τις ευρωεκλογές γιατί πρακτικά έως τώρα και παρά την ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου, δεν έχουν δει να αντιστοιχίζονται οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι τους με τη φιλοσοφία των αποφάσεων σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά πρωτίστως σε εθνικό. Αυτό είναι κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν επέρχονται πολιτικοί συμβιβασμοί των παρατάξεων προς μια κεντρώα συνισταμένη χωρίς ιδιαίτερη ιδεολογική αντιπαράθεση. Εν ολίγοις δεν μεταφράζεται η πολιτική βούληση του μέσου ευρωπαίου εντός του Κοινοβουλίου γιατί διαμεσολαβείται μέσα από διεργασίες που αφαιρούν την καθαρή ιδεολογική εκπροσώπηση. Έτσι ο απλός πολίτης μαθαίνει για ρυθμίσεις και αποφάσεις ερήμην του χωρίς να μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει ποιος και γιατί τις ψήφισε ώστε να έχει τη δυνατότητα επιβράβευσης ή τιμωρίας (Follesdal & Hix, 2006, σ553).
                Άρα συμπερασματικά τα έθνη παίζουν ακόμα το σημαντικότερο ρόλο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τόσο ώστε να μην υπάρχει ομογενοποιημένη ευρωπαϊκή συνείδηση που να υποσκελίζει τις εθνικές ιδιαιτερότητες προς όφελος της καθαρής πολιτικής ιδεολογίας. Ίσως η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση που δημιουργεί διεθνώς ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς για τους εργαζόμενους να αποτελεί μια ευκαιρία για την δημιουργία μιας κοινής ιδεολογικής πλατφόρμας που να εκφράζει τους πολίτες πέρα από τις εθνικές τους καταβολές και ιδιαιτερότητες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


© Ιωάννης Ζήσης 2011

ΕΠΟ33 (Δημιουργία και Εξέλιξη Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) - 5/2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ
«Αφού εξετάσετε τις διαδοχικές συνθήκες τις ΕΕ, καλείστε να εκτιμήσετε ποια, κατά τη γνώμη σας, συνέβαλε περισσότερο στην ανάπτυξη και στην αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                                           
Η έννοια του όρου ‘Ευρωπαϊκή Εξωτερική Πολιτική’ μέχρι την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη            
Η σταδιακή διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής μέσα από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες      Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη  
            Συνθήκη Μάαστριχτ                             
            Συνθήκη Άμστερνταμ                                                                            
            Συνθήκη Νίκαιας                                                                                              
            Συνθήκη Λισαβόνας                                                                             
Σύνοψη και εκτίμηση για τη συμβολή των Συνθηκών                                          
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: Το αβέβαιο μέλλον της κοινής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ     
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                                                                                    

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Το θέμα που αναπτύσσεται παρακάτω, πραγματεύεται το διαχρονικά λεπτό και ακανθώδες ζήτημα της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής εξωτερικών και άμυνας. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να διαπιστώσει την εξελικτική πορεία αυτής της πολιτικής, μέσα από την μελέτη και ανάλυση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, από το 1986 έως τις μέρες μας. Απώτερος στόχος είναι να διατυπωθούν κρίσεις και απόψεις για την συμβολή των Συνθηκών στην επίτευξη κοινής πορείας στα εξωτερικά θέματα και να εντοπιστεί εκείνη η Συνθήκη που συνέβαλε στο μεγαλύτερο βαθμό στην σημερινή κατάσταση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ.
            Για να γίνει αυτό θα γίνει καταρχάς μια μικρή καταγραφή της κατάστασης που ίσχυε στην εξωτερική πολιτική προ της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, ώστε να διαπιστωθεί ο προβληματισμός που επικρατούσε ήδη από τα πρώτα βήματα της ευρωπαϊκής προσπάθειας. Ακολούθως θα παρατεθούν τα σημαντικότερα στοιχεία των Συνθηκών που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας, έτσι όπως καταγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία. Έμφαση θα δοθεί στα καινοτομικά στοιχεία που κάθε επόμενη Συνθήκη επέβαλε και στη συμβολή τους στην τελική μορφοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ.
            Σε επόμενο επίπεδο θα συγκεντρωθούν και συνοψιστούν τα βασικά ‘επιτεύγματα’ κάθε Συνθήκης, τονίζοντας τον αντίκτυπό που είχαν και θα γίνουν σχόλια για την σημασία τους ως βήματα σχηματισμού μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ‘φωνής’. Σε αυτό το στάδιο θα γίνει πιο εμφανές ποια Συνθήκη διαμόρφωσε και επηρέασε εντονότερα τις εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική.
            Εν κατακλείδι, και προκειμένου να υπάρξει μια πιο σαφής τοποθέτηση από την πλευρά του συγγραφέα, θα διατυπωθούν σκέψεις και προβληματισμοί για την έως τώρα πορεία της ενοποιητικής προσπάθειας στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Επίσης  θα υπάρξει μια τελική εκτίμηση για το αβέβαιο μέλλον της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και για τον τρόπο προσέγγισης που φαντάζει προσφορότερος, ώστε να επιτευχθεί μια καθολικά αναγνωρίσιμη παρεμβατική και δυναμική ευρωπαϊκή παρουσία στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.   

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ‘ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ’ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΞΗ
            Από το 1950 αναπτύχθηκαν οι πρώτες σκέψεις και σχεδιασμοί για την σύσταση μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ) με κοινό ευρωπαϊκό στρατό. Μετά από αμφιταλαντεύσεις, τελικά το 1952 υπογράφτηκε η πρώτη Συνθήκη ΕΑΚ που παρέκλινε αρκετά από την δυναμική της πρώτης της σύλληψης και τελικά μέσα σε αυξημένη πολιτική αντίθεση στη Γαλλία, κατέστη ένα θνησιγενές εγχείρημα. Από το 1955 με την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ), έγινε απόπειρα σύστασης μιας αμυντικής ευρωπαϊκής οντότητας, που όμως πρακτικά ατόνησε λόγω της αδιαπραγμάτευτης κυριαρχίας του ΝΑΤΟ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.30 & 56-57 & 58-59).
            Στη Δ. Ευρώπη η άμυνα και η εξωτερική πολιτική αναπτύχθηκαν υπό στενό αλλά διακριτό εναγκαλισμό. Ήδη από το 1970 τα κράτη της Κοινότητας προσπάθησαν να αναπτύξουν ένα συνεργατικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής, που να μην αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία του ΝΑΤΟ στα θέματα άμυνας και να μην διαταράσσει τις ευρω-ατλαντικές σχέσεις (Λάβδας, 2002, σ.123). Άλλωστε η διασύνδεση οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων λόγω της δράσης της Κοινότητας σε διεθνές επίπεδο, δημιουργούσε διεργασίες που σχετίζονταν με την εξωτερική πολιτική των κρατών-μελών, καθιστώντας την προώθηση της ολοκλήρωσης σε πολιτικό επίπεδο επιτακτική (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.90).
            Η πολιτική ενοποίηση βρήκε θεσμική έκφραση για πρώτη φορά το 1970 με την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ), που στόχευε να δημιουργήσει ένα πλαίσιο διαμόρφωσης κοινών θέσεων στην εξωτερική πολιτική και αποτέλεσε ‘συνδεόμενο’ θεσμό. Ο ‘παράλληλος’ θεσμός της ΔΕΕ που ιδρύθηκε με στόχο το κοινό πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας, επαναδραστηριοποιήθηκε το 1984 (Λάβδας, 2002, σ.124). Η ΕΠΣ λειτούργησε παράλληλα με τις κοινοτικές διαδικασίες με στόχο το συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής, με τρόπο που να δείχνει στον υπόλοιπο κόσμο ότι η Ευρώπη έχει και πολιτική αποστολή. Ο συντονισμός και η εναρμόνιση επιμέρους εθνικών θέσεων και η ανάληψη κοινής δράσης, αποτέλεσε αντικείμενο της ΕΠΣ για την εξωτερική πολιτική (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.99).
            Βασικό χαρακτηριστικό της ΕΠΣ ήταν ότι παρά τις προσπάθειες θεσμοποίησης της, διατήρησε διακυβερνητικό χαρακτήρα και λειτούργησε εκτός του θεσμικού πλαισίου της Κοινότητας. Για θέματα που σχετίζονταν με την ΕΠΣ η Επιτροπή δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες, το Κοινοβούλιο μέχρι το 1976 δεν λάμβανε απαντήσεις από τη Διάσκεψη Υπουργών και οι Υπουργοί δεν δεσμεύονταν από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.101-102). Παρά τις προσπάθειες και τις προτάσεις για ποιοτική και ουσιαστική μετάλλαξη της ΕΠΣ (έκθεση Tindemans, σχέδιο Genscher-Colombo, σχέδιο Spinelli), στην κατεύθυνση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και μιας συντονισμένης πολιτικής για την ασφάλεια, η διακυβερνητική φιλοσοφία των κρατών για τα θέματα αυτά κατέστησαν την ΕΠΣ έναν ατελή και παρακμάζοντα μηχανισμό (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.102-106).

Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη
            Τα πρώτα βήματα της κοινής εξωτερικής πολιτικής υπό ένα θεσμικό πλαίσιο, έγιναν με την  Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, που προέβλεπε διαδικασίες αμοιβαίας πληροφόρησης και συνδιασκέψεις των κρατών-μελών για την εναρμόνιση των θέσεών τους στη διεθνή πολιτική (Μούσης, 2008, κεφ.8.2). Η ΕΕΠ αποτέλεσε ‘μια καλή συμφωνία αλλά όχι μια καλή Συνθήκη’ σύμφωνα με τον Tindemans. Το πρώτο μέρος της περιελάμβανε κοινές διατάξεις, με πιο σημαντική αυτή της αναγνώρισης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Στο δεύτερο υπήρχαν προσθήκες και τροποποιήσεις των ιδρυτικών συνθηκών. Το τρίτο ήταν αυτό που σχετιζόταν με την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ), παρέχοντάς της θεσμική και συμβατική υπόσταση (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.123-125). Έτσι η ΕΠΣ εντάσσεται στο θεσμικό σύστημα και από συνδεόμενος καθίσταται Κοινοτικός θεσμός (Λάβδας, 2002, σ124).
           Η ΕΕΠ ενσωμάτωσε σε μεγάλο βαθμό τη διακυβερνητική συνεργασία σε θέματα εξωτερικών και άμυνας, χωρίς να μεταβάλει τη φύση και τους τρόπους άσκησης της ΕΠΣ. Συμπερασματικά, η ΕΠΣ δυστυχώς αποτέλεσε μια εν τέλει αρνητική εμπειρία, γιατί δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει μια κοινή βάση προσέγγισης των κρατών στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να επιβάλλει την αναζήτηση ενός νέου πλαισίου αντιμετώπισης των εξωτερικών θεμάτων (Λεοντίδου, 2008, σ.474-475).

 Συνθήκη Μάαστριχτ
            Το 1990 οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας ζήτησαν τη σύγκλιση διάσκεψης όπου εκτός από την οικονομική θα εξεταζόταν η πολιτική ένωση και η θέσπιση κοινής πολιτικής για τα εξωτερικά και την ασφάλεια. Στόχος τους ήταν μια κοινή εξωτερική πολιτική έναντι της παραπαίουσας ΕΣΣΔ, της ΔΑΣΕ, των μεσογειακών χωρών και της υπόλοιπης Ανατολικής Ευρώπης και η προετοιμασία κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Οι Ατλαντιστές (Βρετανία, Ολλανδία, Πορτογαλία) υπήρξαν παραδοσιακά αρνητικοί στην επέκταση της κοινοτικής αρμοδιότητας στην εξωτερική πολιτική και επιθυμούσαν η άμυνα να παραμείνει υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Οι Ευρωπαϊστές (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Βέλγιο, Ελλάδα, Λουξεμβούργο) επιθυμούσαν μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ταυτότητα με όχημα τη ΔΕΕ. Η συμβιβαστική φόρμουλα της δημιουργίας πυλώνων και η μη υπαγωγή τους στο κοινοτικό πλαίσιο (που θα συνεπαγόταν διάβρωση της εθνικής κυριαρχίας), αποτέλεσε την προσφορότερη συμβιβαστική λύση (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.137-140).
            Τελικά στη Συνθήκη Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) το 1992, διατυπώνεται η ανάγκη κοινής εξωτερικής πολιτικής και η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) συγκροτεί έναν δομικό πυλώνα της ΕΕ. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) επίσης εντάσσεται σε αυτό το θεσμικό σύστημα. Λόγω των διαφωνιών μεταξύ εκείνων που ήθελαν τη ΔΕΕ ως ανεξάρτητο αμυντικό βραχίονα της ΕΕ και όσων επιθυμούσαν τη διατήρηση του ρόλου του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή άμυνα, η ΔΕΕ τελικά εντάχθηκε στην ΚΕΠΠΑ αλλά για να δραστηριοποιηθεί απαιτούσε τη συμφωνία ΕΕ και ΝΑΤΟ (Λάβδας, 2002, σ.124).
            Με τη ΣΕΕ η ΚΕΠΠΑ καθίσταται δεύτερος κυρίαρχος πυλώνας της ΕΕ και απορροφά πλήρως την ΕΠΣ που δεν είχε πλέον λόγο αυτόνομης ύπαρξης. Είναι προφανές ότι οι συνδεόμενοι (ΕΠΣ) και παράλληλοι (ΔΕΕ) θεσμοί συγχωνεύονται σταδιακά στον 2ο πυλώνα (Λάβδας, 2002, σ.124). Σε γενικές γραμμές ο πυλώνας της ΚΕΠΠΑ ακολουθεί διακυβερνητικά πρότυπα, αποφεύγοντας την εμβάθυνση της θεσμικής ενοποίησης που θα σήμαινε απώλεια εθνικής κυριαρχίας (Λάβδας, 2002, σ.119). Τα κράτη-μέλη απλώς δεσμεύονται να διασφαλίσουν, ότι οι εθνικές εξωτερικές πολιτικές θα είναι συμβατές με τις κοινές θέσεις της ΕΕ και ότι θα συντονίζουν τις δράσεις τους σε διασκέψεις και διεθνείς οργανισμούς (Λεοντίδου, 2008, σ.475).

 Συνθήκη Άμστερνταμ
            Ήδη από τη Συνθήκη Μάαστριχτ είχε προβλεφθεί το επόμενο θεσμικό βήμα, μια διακυβερνητική διάσκεψη με αναθεωρητικό χαρακτήρα, που θα διευθετούσε διαδικασίες και διατάξεις (ΟΝΕ, ΚΑΠ, εσωτερική αγορά κλπ.) που θα υποστήριζαν τις προβλεπόμενες διευρύνσεις που θα ακολουθούσαν. Κατά τη σύγκλιση της Διάσκεψης στο Τορίνο το 1996 τέθηκε επίσης η επανεξέταση του ρόλου της ΔΕΕ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.161). Στο μεταξύ είχε καταστεί εμφανής η παθογένεια της προηγούμενης Συνθήκης σε ορισμένα θέματα της ΚΕΠΠΑ (στη λήψη αποφάσεων), που την καθιστούσαν αναποτελεσματική (Μαντά κ.α., 2005, σ.2).
            Η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997, αποτέλεσε τελικά μια ακόμα μεταβατική συνθήκη με αρκετά στοιχεία εμβάθυνσης. Ως προς την εξωτερική πολιτική επήλθε περαιτέρω  θεσμοποίηση της κατά βάση διακυβερνητικής ΚΕΠΠΑ ως κανονικού τομέα δράσης της ΕΕ, προσδίδοντάς της υπερεθνικά στοιχεία. Η σύσταση Μονάδας Σχεδιασμού και Έγκαιρης Προειδοποίησης και ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων ΔΕΕ και ΕΕ για ενίσχυση αξιοπιστίας, συνοχής και αποτελεσματικότητας της πρώτης, ήταν οι βασικές νέες προσθήκες. Ο βασικός χαρακτήρας της ΚΕΠΠΑ ως πυλώνας δεν αλλάζει, όμως η εξωτερική πολιτική για πρώτη φορά αποκτά ένα θεσμό (Ύπατος Εκπρόσωπος) όμοιο με αυτόν του Υπουργού Εξωτερικών, με στόχο την αποτελεσματική απόδοση του μηχανισμού και την καλύτερη διεθνή εκπροσώπηση στο παγκόσμιο σκηνικό (Λάβδας, 2002, σ.133 και Χριστοδουλίδης, 2010, σ.163&171).
            Περαιτέρω, η Συνθήκη προσδιόρισε σαν βασικούς στόχους της ΚΕΠΠΑ, τη διαφύλαξη κοινών αξιών και συμφερόντων περί ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της ΕΕ, ενίσχυση της ασφάλειας σε όλες τις μορφές της, διατήρηση της ειρήνης σε διεθνές επίπεδο, προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, εδραίωση της δημοκρατίας και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών (Λεοντίδου, 2008, σ.475). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ότι ενίσχυε τη συνοχή, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ (Μαντά, σ.3). Ειδικότερα καθιστώντας το Συμβούλιο (τους αρχηγούς των κρατών-μελών) υπεύθυνο για τον καθορισμό των κοινών στρατηγικών εξωτερικών και άμυνας και ορίζοντας τον Ύπατο Εκπρόσωπο (Μούσης, 2008, κεφ.2,3).
            Μετά το Άμστερνταμ, η Βρετανία τόνισε την ανάγκη νέων σχημάτων αμυντικής συνεργασίας που όμως δεν θα συνεπάγονταν τη δημιουργία κοινού στρατού ή την αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ. Εξετάστηκε τότε η ενσωμάτωση της ΔΕΕ στην ΕΕ, ενώ η γαλλοβρετανική διάσκεψη του Σεν Μαλό το 1998 αποδέχτηκε την ανάγκη της ΕΕ να έχει την ικανότητα αυτόνομης στρατιωτικής δράσης, για να αντιμετωπίζει διεθνείς κρίσεις και να επιτελεί πλήρως το ρόλο της διεθνώς, μόνο όμως εκεί που το ΝΑΤΟ δεν παρεμβαίνει. Αυτή η νέα ώθηση στην κοινή πολιτική ασφάλειας, κατέληξε το 1999 στην αποδοχή από το ΝΑΤΟ της δημιουργίας Ευρωπαϊκής Ταυτότητας Άμυνας και Ασφάλειας εντός του πλαισίου του. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας το 1999, αποφάσισε τη μεταβίβαση από τη ΔΕΕ στην ΕΕ των αρμοδιοτήτων διεθνών αποστολών βοήθειας και διάσωσης και το διορισμό του Ύπατου Εκπροσώπου ΚΕΠΠΑ στη θέση του ΓΓ της ΔΕΕ, με τελική κατάληξη το 2000 την ενσωμάτωση της ΔΕΕ στην ΕΕ (Χριστοδουλίδης, 2010, 171-174).

Συνθήκη Νίκαιας
            Ο προσωρινός χαρακτήρας πολλών παραμέτρων της Συνθήκης του Άμστερνταμ απαίτησε αλλαγές που εξετάσθηκαν στο Συμβούλιο της Νίκαιας το 2001. Εν τέλει η ομώνυμη Συνθήκη δεν μπόρεσε να αποτινάξει αυτή την προσωρινότητα, καθώς ναι μεν έδωσε τεχνικές λύσεις κυρίως ως προς τη διαδικασία της επερχόμενης διεύρυνσης με νέα μέλη, αλλά άφησε αναπάντητα τα μεγάλα πολιτικά και συνταγματικά ερωτήματα, τα οποία παραπέμφθηκαν στην επόμενη Διακυβερνητική του 2004 (Λάβδας, 2002, σ.137).
            Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, η ΕΕ καθόρισε την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (ΕΠΑ), την Ευρωπαϊκή Στρατιωτική Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Επιτελείο ως τα όργανα άσκησης πολιτικής ασφαλείας, προβλέποντας ότι το Συμβούλιο μπορεί να εξουσιοδοτήσει την ΕΠΑ να παίρνει αποφάσεις για τη διαχείριση κρίσεων και τον έλεγχο επιχειρήσεων. Αυτή η μεταβίβαση εξουσιών από το Συμβούλιο, έκανε απαραίτητη την περίληψη των σχετικών αποφάσεων στην Συνθήκη της Νίκαιας (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.176-177).
            Στη Συνθήκη επιβεβαιώθηκε ο τερματισμός της σχέσης ΕΕ-ΔΕΕ ενώ βασικό ζήτημα διευθέτησης αποτέλεσε η στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο, ώστε να επιτυγχάνεται συσχετισμός πληθυσμού και πολιτικής βαρύτητας των κρατών. Ως προς την ΚΕΠΠΑ, προωθήθηκε στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η αποδοχή της ενισχυμένης συνεργασίας των κρατών (που εισήγαγε το Άμστερνταμ) και ρυθμίστηκε ως προς τις προϋποθέσεις της. Την ίδια στιγμή όμως εξαιρέθηκε ο τομέας της άμυνας, ενώ διατηρήθηκε το βέτο στην εξωτερική πολιτική (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.179-180 & 184 και Λεοντίδου, 2008, σ.476).
            Η Νίκαια είχε ήδη προδιαγράψει την επόμενη διακυβερνητική του 2004. Στο μεσοδιάστημα, στα πλαίσια της συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης κατατέθηκαν απόψεις που σχετίζονταν ανάμεσα στα άλλα και με την εξωτερική πολιτική της ΕΕ. Ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ υπό μια ομοσπονδιακή οπτική, υποστήριζε την κοινοτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και τη στήριξή της από μια στρατιωτική δύναμη. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζοσπέν από την άλλη, τασσόταν όπως και ο Ντε Γκωλ παλαιότερα υπέρ μιας Ομοσπονδίας Ανεξάρτητων Κρατών, με διασφάλιση του ρόλου του εθνικού κράτους. Ο Βέλγος πρωθυπουργός Φερχοφσταντ ήταν πιο κοντά στη γερμανική πρόταση για ενίσχυση της εξουσίας του Ύπατου Εκπροσώπου (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.203-204).

Συνθήκη Λισαβόνας    
            Μετά την Νίκαια συνεχίστηκαν οι προσπάθειες θεσμοποίησης κοινών προτύπων για τα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας αλλά και της εσωτερίκευσης αυτών των προτύπων στη διαμόρφωση της εθνικής βούλησης, δηλαδή στη διαμόρφωση των εθνικών πολιτικών (Λάβδας, 2002, σ.141). Στα πλαίσια των διεργασιών για διαφάνεια, μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος, αποτελεσματικότερη λειτουργία της ΕΕ και ενίσχυση της συνοχής της εξωτερικής πολιτικής, προωθήθηκε η σύνταξη Συνθήκης για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος που θα αντικαθιστούσε τις προϋπάρχουσες Συνθήκες (Κοινοβούλιο, σ.1).    
            Η Συνέλευση για το σχεδιασμό Ευρωπαϊκού Συντάγματος που αποφασίστηκε στο Λάακεν, ασχολήθηκε με τη διαμόρφωση των παραμέτρων που απαιτούσε η μελλοντική εκπόνηση ενός συνταγματικού κειμένου για την ΕΕ, εν μέσω φεντεραλιστικών και ευρωσκεπτικιστικών διενέξεων. Εν τέλει κατάφερε να συντάξει ένα κείμενο αφετηρία της επόμενης Διακυβερνητικής, στο οποίο γινόταν μνεία στη θέσπιση της θέσης Ύπατου Εκπροσώπου (Υπουργού) Εξωτερικών της ΕΕ, με ταυτόχρονη θέση Αντιπροέδρου της Επιτροπής, Προέδρου του Συμβουλίου Εξωτερικών και αρμοδιότητα το συνολικό συντονισμό της εξωτερικής δράσης της ΕΕ (Χριστοδουλίδης, 2010, σ.205-208).
            Το τελικώς τροποποιημένο κείμενο της Μεταρρυθμιστικής (όπως κατέληξε να είναι) νέας Συνθήκης που πέρασε μέσα από χίλια κύματα διεργασιών, τροποποιήσεων και απορριπτικών δημοψηφισμάτων, επικυρώθηκε στο Συμβούλιο της Λισαβόνας το 2007. Η Συνθήκη της Λισαβόνας καταρχάς συγχωνεύει τους 3 πυλώνες, όμως ειδικά για την ΚΕΠΠΑ διατηρεί τις διατάξεις που την αφορούν και τον διακυβερνητικό της χαρακτήρα. Να σημειωθεί ότι η ΚΕΠΠΑ μένει εκτός αρμοδιότητας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Πραγματοποιείται επίσης πρόοδος για τη διαδικασία δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, που θα βοηθά τον Ύπατο Εκπρόσωπο στη διασφάλιση της συνοχής της συνολικής εξωτερικής δράσης. Στα ζητήματα άμυνας και ενώ ενεργοποιείται η Ρήτρα Αλληλεγγύης για βοήθεια κράτους μέλους που δέχεται ένοπλη επίθεση, δίνεται η δυνατότητα στα μέλη που μπορούν και θέλουν, να αναπτύξουν διαρθρωμένη (ή ενισχυμένη) συνεργασία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινό αμυντικό σύστημα. (Κοινοβούλιο, σ.4 και Μούσης, 2008, κεφ.8.2.1 & 8.2.3).
            Με τη Συνθήκη αυτή ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα μπορεί να εφαρμόζει τις ομόφωνα συμφωνημένες πολιτικές. Η διατήρηση ομοφωνίας στην ΚΕΠΠΑ θέτει όρια στο νέο θεσμό, καθώς μπορεί να παρακάμπτεται σε περίπτωση διαφωνίας των μελών. Άλλωστε αναφέρεται ρητώς ότι δεν αλλοιώνεται από τον νέο θεσμό η ευθύνη και εξουσία κάθε μέλους για τη χάραξη εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον αναφέρεται ότι ο Ύπατος ενεργεί ως εντολοδόχος του Συμβουλίου (Καζάκος, 2007, σ.14-15).           Επίσης στα άρθρα 4, 17 και 19 εισάγονται νέες υποχρεώσεις των μελών στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (ΕΟΑ) και η δημιουργία ταμείου εκκίνησης από εισφορές των μελών για τις πρωτοβουλίες της ΚΕΠΠΑ. Τα μέλη δεσμεύονται να θέτουν στη διάθεση της ΕΕ τις στρατιωτικές τους δυνατότητες, ενώ ο ΕΟΑ αναλαμβάνει να καθορίζει τις επιχειρησιακές ανάγκες, να προωθεί μέτρα ικανοποίησής τους και να προάγει την ευρωπαϊκή εξοπλιστική δράση (Καζάκος, 2007, σ.15 και Μούσης, 2008, κεφ.8.2.2).
            Η δυνατότητα ενισχυμένης συνεργασίας που προάγεται μέσω της Συνθήκης, έχει την ιδιαιτερότητα της απαίτησης ομοφωνίας στο Συμβούλιο προτού εκφραστεί με κοινές δράσεις. Κάθε μέλος δηλαδή μπορεί να εμποδίσει την συνεργασία αυτή σε κάποιο τομέα αν κρίνει ότι δεν είναι προς όφελός του. Ο μόνος τομέας που δεν ισχύει αυτό είναι στην ΚΕΠΠΑ όπου η ενισχυμένη συνεργασία αποφασίζεται στο Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, ειδικότερα για τα μέλη που έχουν αναλάβει δεσμευτικές υποχρεώσεις και πληρούν υψηλά κριτήρια στρατιωτικών δυνατοτήτων (Καζάκος, 2007, σ.16 και Μούσης, 2008, κεφ.2,5).

ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ
            Η Συνθήκη για την ΕΕ έδωσε την γενική κατεύθυνση περί υπεράσπισης των αξιών και των συμφερόντων της ΕΕ σε διεθνές επίπεδο. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ παρείχε στην ΚΕΠΠΑ τα εργαλεία για πιο αποτελεσματική λήψη αποφάσεων και τα μέσα για επίτευξη κοινών στρατηγικών, ενώ στη Νίκαια ενισχύθηκαν οι τεχνικές παράμετροι για τη δημιουργία δομών και διαδικασιών διαχείρισης κρίσεων, εκεί όπου δεν υπήρχε ανάμειξη του ΝΑΤΟ (Μούσης, 2008, κεφ.8,3).
            Στις συζητήσεις για το μέλλον ιδιαίτερη θέση κατέχει η δυνατότητα της ΕΕ να παρεμβαίνει στρατιωτικά σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση κρίσεων. Έως τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, η ΕΕ θεωρούνταν μια μη στρατιωτική δύναμη άρα μια μη παγκόσμια δύναμη, που δεν είχε ούτε κοινή στρατηγική ούτε εξειδικευμένους πόρους και υλικοτεχνικά μέσα για δράσεις μεγάλης κλίμακας. Σε μια διευρυμένη ΕΕ 27 μελών με γειτνίαση σε ασταθείς περιοχές, η πολλαπλότητα των διαφορετικών στρατηγικών υποβαθμίζει την παρεμβατική ικανότητα της. Ήταν λοιπόν απαραίτητο να επανακαθοριστούν θεσμοί, όργανα και τρόποι λήψης αποφάσεων, αλλά κυρίως να υπάρξει σύγκλιση στόχων και ενιαίος μηχανισμός εφαρμογής για την ΚΕΠΠΑ (Καζάκος, 2007, σ.6).
            Με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη εγκαταλείπεται η αντικατάσταση των προηγούμενων Συνθηκών από ένα συνταγματικό κείμενο. Βέβαια και πάλι φεντεραλιστές και ευρωσκεπτικιστές έχουν κάτι να προσάψουν, οι μεν ότι ενταφιάζονται οι αρχικοί στόχοι της ΕΕ για πλήρη ολοκλήρωση, οι δε ότι πρόκειται για ένα καμουφλαρισμένο ευρωσύνταγμα. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η Συνθήκη διαφυλάσσει την εθνική ταυτότητα και διατηρεί τον διακυβερνητισμό στα ζητήματα ΚΕΠΠΑ, αναιρώντας τις προοπτικές δημιουργίας ενός υπερκράτους. Αφήνεται όμως περιθώριο διμερούς σύσφιξης σχέσεων σε διάφορους τομείς ευρωπαϊκής συνεργασίας και επιτρέπει την περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ (Κοινοβούλιο, σ.7).
            Είναι διακριτό ότι μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, οι παράγοντες εκείνοι που προωθούν το μεγαλύτερο συντονισμό των εθνικών πολιτικών και τη χάραξη κοινής στρατηγικής στα εξωτερικά και την άμυνα, αναπτερώθηκαν. Η Συνθήκη της Λισαβόνας θεσμοποίησε στο πρόσωπο του Ύπατου την εξωτερική εκπροσώπηση στοχεύοντας στον συντονισμό όλων των πολιτικών που επηρεάζουν τις εξωτερικές υποθέσεις (ασφάλεια, άμυνα, εμπόριο, ενίσχυση ανάπτυξης). Ταυτόχρονα βελτίωσε τη λειτουργία της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, ενώ με τη ‘διαρθρωμένη’ συνεργασία επιτρέπει σε όσους μπορούν ή ήδη έχουν οργανωθεί (πχ. Eurocorps) να νομιμοποιήσουν τη δράση τους. Τέλος, οι ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής αποτελούν το ελάχιστο πνεύμα αλληλεγγύης που απαιτεί ένα σύνθετο οικοδόμημα διαφορετικών πολιτικών. (Μούσης, 2008, κεφ.8,3).

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΤΟ ΑΒΕΒΑΙΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕ
            Για τους περισσότερους η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν ήταν αντάξια των προσδοκιών και σε πολλά κρίσιμα θέματα μοιάζει με τις προγενέστερες Συνθήκες, ακροβατώντας σε επιλεκτικούς συμβιβασμούς που σε πολλές περιπτώσεις ενδυνάμωσαν τις εθνικές κυβερνήσεις. Σίγουρα δεν αποτέλεσε τομή όπως η αντίστοιχη του Μάαστριχτ, που εγκαθίδρυσε την ΟΝΕ και μετέφερε κρίσιμες εθνικές εξουσίες σε υπερεθνικούς θεσμούς. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η οικονομική λειτουργία είναι η κατεξοχήν συνειδητοποιημένη κεντρική στρατηγική επιλογή, για εφαρμογή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της περεταίρω διάχυσης της.
            Ο τομέας Εξωτερικών και Άμυνας υπήρξε διαχρονικά ένας ευαίσθητος για τα έθνη και την ΕΕ τομέας, όπου οι πρωτοβουλίες υπήρξαν πάντα διακριτικές και οι παρεμβάσεις σχεδόν χειρουργικά λεπτές. Αυτό οφείλεται στο ότι οι διαφορετικές εθνικές προτιμήσεις στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, ουσιαστικά θέτουν όρια στην αποτελεσματικότητα της υλοποίησης των αποφάσεων της ΕΕ. Είναι λοιπόν φυσικό οι έως τώρα ρυθμίσεις που αφορούν την ΚΕΠΠΑ, να έχουν γίνει με τρόπο που να μην πλήττει την διακυβερνητική φιλοσοφία των κρατών για τα θέματα εξωτερικών-άμυνας.
            Γι’ αυτό με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη δίνεται έμφαση στις εθνικές διπλωματικές πρωτοβουλίες των μεγάλων κρατών υπό την κάλυψη της ΕΕ. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΚΕΠΠΑ είναι ο τομέας ενισχυμένης συνεργασίας που εξαιρείται από την απαίτηση ομοφωνίας στο Συμβούλιο. Επίσης, τα μέλη μιας συνεργασίας έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν σε ένα άλλο μέλος τη μελλοντική συμμετοχή του στην αρχική ομάδα.
            Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υλοποίηση μιας τέτοιας συνεργασίας στο στρατιωτικό τομέα απαιτεί αυξημένη συνεισφορά σε πολυεθνικές δυνάμεις, συμμετοχή σε εξοπλιστικά προγράμματα, οργάνωση ειδικών δυνάμεων ταχείας δράσης και προπάντων οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη των πολυεθνικών υποδομών, καθιστά μια τέτοια συνεργασία δύσκολη για τα μικρά και μεσαία κράτη-μέλη, ειδικά υπό τις παρούσες δύσκολες οικονομικές συγκυρίες. Δίνεται λοιπόν η εντύπωση ότι μάλλον πρόκειται για μια ρύθμιση που ενισχύει τη θέση των μεγάλων κρατών που ήδη έχουν ισχυρή στρατιωτική παρουσία (Καζάκος, 2007, σ.16).
            Υπονοείται επίσης μετά τη Λισαβόνα, ότι ο ορισμός του Ύπατου Εκπροσώπου ως Αντιπροέδρου της Επιτροπής και η υποστήριξή του από μια Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, βοηθά στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της ΕΕ σε παγκόσμιο επίπεδο, ενεργοποιώντας τις διπλωματικές, στρατιωτικές και διοικητικές της αρετές. Όμως η εκπροσώπηση στα εξωτερικά από τον Ύπατο Εκπρόσωπο, δεν εγγυάται ότι η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι αποτελεσματικότερη, ούτε ότι τα κράτη-μέλη δεν θα συνεχίσουν να σκέφτονται ‘εθνικά’ αλλά ‘ευρωπαϊκά’ στα εξωτερικά ζητήματα.
            Η ελεγχόμενη πρόοδος στη στρατιωτική συνεργασία που προωθείται με τη Συνθήκη της Λισαβόνας δεν υποσκελίζει τα λεπτά όρια που θέτουν οι διαφορετικές εθνικές στρατηγικές. Αυτό όμως εγείρει ταυτόχρονα ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί η ΕΕ μέσα από αυτές τις δομές να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις δράσης, που θα επιβάλλονται από επείγουσες και δραματικές επιδεινώσεις των διεθνών συνθηκών, είτε σε επίπεδο συρράξεων ή λόγω τρομοκρατικών ενεργειών μεγάλης κλίμακας (Καζάκος, 2007, σ.15).
            Έως και σήμερα, η κοινή εξωτερική πολιτική παραμένει κοινή μόνο κατ’ όνομα αφού δεν υπάρχει ενιαία φωνή, κάτι που φαίνεται από την αντιμετώπιση διάφορων διεθνών κρίσεων (πχ. Ιράκ). Επιπλέον, η στρατιωτική ισχύς στις μέρες μας δεν θεωρείται η κύρια μέθοδος διεθνούς επιρροής, όμως μια εξωτερική πολιτική που δεν έχει την στρατιωτική ισχύ να επιβληθεί (έστω αποτρεπτικά), δεν θεωρείται διεθνώς υπολογίσιμη. Σε κάθε περίπτωση η ΕΕ για να πρωταγωνιστήσει, πρέπει να εκμεταλλευτεί τα ‘όπλα’ που με τόση επιτυχία έχει αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια της εξέλιξής της, δηλαδή τη θέση της στο παγκόσμιο εμπορικό και οικονομικό σκηνικό, όπου εμφανίζεται ως προνομιακός συνομιλητής και οικονομικός χορηγός πολλών τρίτων χωρών.
     

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.europarl.gr/ressource/static/files/press_notes_pdf/trmod.pdf
  • ΚΑΖΑΚΟΣ, Π. (2007), ‘Η ΕΕ μετά τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη. Μια πρώτη κριτική ανάλυση των νέων ρυθμίσεων’, στο Ευρωπαϊκές Εξελίξεις, τεύχος 35, Δεκέμβριος 2007, Εκδόσεις Εργαστηρίου Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://eeep.pspa.uoa.gr/newsletter35gr.pdf
  • ΛΑΒΔΑΣ, Κ. (2002), Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το Β Μισό του 20ου αι. και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
  • ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. και λοιποί (2008), Η Ευρωπαϊκή Ένωση την Αυγή της Τρίτης Χιλιετίας: Θεσμοί, Οργάνωση και Πολιτικές, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
  • ΜΑΝΤΑ, Δ., ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Σ. και ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. (2005), Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό (ΕΔΥ) CD-ROM,  Κεφ. 2, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
  • ΜΟΥΣΗΣ, Ν. (2008), Ευρωπαϊκή Ένωση: Δίκαιο-Οικονομία-Πολιτική, 12η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/
  • ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, Θ. (2010), Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Ιστορική Διάσταση του Ευρωπαϊκού Εγχειρήματος 1923-2004, 4η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
 

© Ιωάννης Ζήσης 2011